Skip to content

Ιστόλογος

Αρχή Αρχείο Περιβάλλον, Φυσικοί Πόροι, Κλίμα Προστασία περιβάλλοντος, βιώσιμη ανάπτυξη και ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης
Προστασία περιβάλλοντος, βιώσιμη ανάπτυξη και ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης

 

Εισήγηση Γιώργου Αγοραστάκη στην εκδήλωση Χανίων του Δικτύου ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ SOS,  24 Σεπτέμβρη 2005

 

Για τη βιώσιμη ανάπτυξη

Ελαφόνησος            Αρχικά οι θεωρίες της οικονομικής ανάπτυξης δεν ασχολήθηκαν με την εξάντληση των φυσικών αποθεμάτων (μιας και θεωρούνταν ανεξάντλητα) ή με το σεβασμό προς το περιβάλλον, το οποίο ο άνθρωπος εκμεταλλευόταν προκειμένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Μόλις την τελευταία 30ετία υιοθετούνται προσεγγίσεις που ερμηνεύουν και γενικεύουν τα δεδομένα της οικονομίας και του περιβάλλοντος, που λαμβάνουν υπόψη τους τις σχέσεις ανάμεσα στην ανθρώπινη δραστηριότητα και τις επιπτώσεις της  στο περιβάλλον. Σήμερα μπορούμε να θεωρήσομε ότι στην θεωρία της ανάπτυξης έχουν αναδειχθεί οι δεσμοί που υπάρχουν ανάμεσα στην οικονομία και το περιβάλλον.

 

Οι προσεγγίσεις αυτές οφείλονται στη συνειδητοποίηση των πεπερασμένων ποσοτήτων των φυσικών αποθεμάτων και στην αναγκαιότητα προστασίας του μέλλοντος του πλανήτη. Η ταύτιση της ανάπτυξης µόνο µε την οικονοµική µεγέθυνση δεν µπορεί πλέον να προσφέρει σύγχρονες λύσεις. Οδήγησε σε οικονοµικές και κοινωνικές ανισότητες που είναι υπεύθυνες για εντάσεις που εκδηλώνονται σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο αλλά και για ανισορροπίες που προκαλούν ιδιαίτερα διεθνή προβλήµατα.

 

Μόλις το 1992 με τη διακήρυξη του Ρίο διατυπώθηκε η θεωρία «της αειφόρου ή βιώσιμης ανάπτυξης» σύμφωνα με τη οποία στο άρθρο 3 «…το δικαίωμα στην ανάπτυξη πρέπει να ενεργοποιείται με τρόπο που να ικανοποιεί δίκαια τις ανάγκες που σχετίζονται με την ανάπτυξη και το περιβάλλον για τις παρούσες και τις μελλοντικές γενιές…». Παρά το γεγονός ότι η βιώσιμη ανάπτυξη έχει περιβαλλοντική αφετηρία, δεν είναι έννοια μόνον περιβαλλοντική. Προσβλέπει στην οικονομική και κοινωνική βιώσιμη ανάπτυξη. Συνιστά δηλαδή ένα σύνθετο πρότυπο οικονομικής ανάπτυξης.

 

Ο όρος «αειφόρος», όπως χρησιμοποιείται, δηλώνει μια πολιτική και μια στρατηγική για μια συνεχή οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη που δεν οδηγεί σε καταστροφή του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων από τους οποίους εξαρτώνται οι ανθρώπινες δραστηριότητες. Στην έκθεση της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (Brundtland) η αειφόρος ανάπτυξη ορίζεται ως  «η ανάπτυξη η οποία καλύπτει τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακυβεύεται η ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες». Η ανάπτυξη αυτή συνεπάγεται τη διατήρηση της γενικής ισορροπίας και αξίας του αποθέματος φυσικού κεφαλαίου, τον επαναπροσδιορισμό των βραχυπρόθεσμων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων κριτηρίων αξιολόγησης κόστους/οφέλους  και των μέσων που θα ανταποκρίνονται σε πραγματικά κοινωνικοοικονομικά δεδομένα και αξίες της κατανάλωσης και συντήρησης και τη δίκαιη κατανομή και χρήση των πόρων μεταξύ εθνών και περιοχών σε όλο τον κόσμο.

 

Η ανάγκη για τη ρύθμιση των  σχέσεων που υφίστανται μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και προστασίας του περιβάλλοντος επιβλήθηκε και ως κοινωνικό αίτημα, όταν οι επιπτώσεις της αλόγιστης ανάπτυξης έγιναν πλέον εμφανείς για το μέλλον πολλών περιοχών και όταν οι κίνδυνοι που συνεπάγεται η ανέλεγκτη οικονομική ανάπτυξη, για την υγεία και ασφάλεια των ανθρώπων έγιναν ορατοί.

 

Το διεθνές πλαίσιο – Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Τα περιβαλλοντικά προβλήματα αποκτούν όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα και παγκόσμια εμβέλεια. Η αλλαγή του κλίματος, η εξάντληση του όζοντος, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποδάσωση, η ενεργειακή κρίση, απειλούν πλέον την οικολογική ισορροπία ολόκληρου του πλανήτη. Στους φυσικούς πόρους, το ανθρωπογενές περιβάλλον και σε τελευταία ανάλυση στην ποιότητα ζωής ασκούνται συν τω χρόνω μεγαλύτερες πιέσεις. Διεθνείς Οργανισμοί και μηχανισμοί ενεργοποιούνται πλέον, διαμορφώνονται περιβαλλοντικές πολιτικές και λαμβάνονται μέτρα σε πολλές χώρες.

 

Σε αυτό το πλαίσιο η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προσχωρήσει σε  μία περιβαλλοντική πολιτική που αποφέρει ήδη τους καρπούς της. Διαμόρφωσε το πρωτογενές της δίκαιο υιοθετώντας αρχές βιώσιμης ανάπτυξης. Προοδευτικά, η ολοκλήρωση περιβαλλοντικών πολιτικών μέσω των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης περνά στις εθνικές πολιτικές. Διαμορφώθηκε έτσι ένα εκτεταμένο κανονιστικό πλαίσιο (κυρίως οδηγίες), το οποίο ενσωματώνεται στις εθνικές νομοθεσίες. Η περιβαλλοντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σχετικά νέα πολιτική και το περιβαλλοντικό δίκαιο σχετικά νέος κλάδος του δικαίου. Η πολιτική αυτή άρχισε να διαμορφώνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 με το Πρώτο Πρόγραμμα Δράσης για το περιβάλλον.

 

Η τελευταία Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Συνθήκη του Μάαστριχ) του 1992 εισήγαγε ως κύριο στόχο την προώθηση της αειφόρου και σεβόμενης το περιβάλλον ανάπτυξης (άρθρο 2). Η Συνθήκη περιλαμβάνει μεταξύ των δραστηριοτήτων της Ένωσης μια πολιτική στρατηγική στον τομέα του περιβάλλοντος. Διευκρινίζει ότι η πολιτική αυτή αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και ότι οι απαιτήσεις περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να ενσωματωθούν στη θέσπιση και την εφαρμογή άλλων κοινοτικών πολιτικών. Αποδίδει επίσης μεγάλη σημασία στην αρχή της επικουρικότητας και δηλώνει ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο κοντά στους πολίτες. Επιπλέον, η κοινοτική πολιτική για το περιβάλλον οφείλει να συμβάλει στην προώθηση, σε διεθνές επίπεδο, μέτρων για την αντιμετώπιση περιφερειακών ή παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων.

 

Η κοινοτική περιβαλλοντική πολιτική ακολουθεί τις εξής αρχές:

α. Αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης

Η περιβαλλοντική πολιτική της Κοινότητας, διαπνέεται από την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης ή αειφορίας, η οποία ανάγεται σε καταστατική αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελεί πλέον δεσμευτική αρχή για την Κοινότητα. Με την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης ορίζεται παράλληλα ότι η βιώσιμη ανάπτυξη πρέπει να συνοδεύεται και από βιώσιμη μεγέθυνση (sustainable growth).

β. Αρχή της ενσωμάτωσης

Η αρχή της αειφορίας ενισχύεται από μία άλλη αρχή, την αρχή της ενσωμάτωσης (integration principle). Οι περιβαλλοντικοί όροι και η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης πρέπει δηλαδή να ενσωματώνoνται σε όλες τις άλλες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πχ τη γεωργία, τον τουρισμό, τη βιομηχανία, τις μεταφορές, την ενέργεια, κτλ.

γ. Αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης

Η αρχή της προφύλαξης προβλέπει συνοπτικά ότι είναι καλύτερα να προνοούμε παρά να θεραπεύουμε.

δ. Αρχή της επανόρθωσης στην πηγή

Oι περιβαλλοντικές επενέργειες και ζημίες πρέπει να επανορθώνονται κατά προτεραιότητα στην πηγή τους.

ε. Αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»

Η Συνθήκη ΕΚ διατυπώνει, τέλος, μία άλλη σημαντική αρχή, την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» που ισχύει και σε παγκόσμια κλίμακα ως αρχή του Διεθνούς Δικαίου Περιβάλλοντος. Σύμφωνα με αυτή, όποιος ρυπαίνει οφείλει να πληρώσει για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος και για τις ζημίες που έχουν προκληθεί σε τρίτους.

 

Από την άποψη των στόχων προτεραιότητα σήμερα δίνεται σε κοινοτικό επίπεδο στα ακόλουθα πεδία δράσης:

·       διαχείριση των φυσικών πόρων σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας: έδαφος, νερό, φυσικές περιοχές και παράκτιες ζώνες,

·       ολοκληρωμένος έλεγχος της ρύπανσης και πρόληψη αποβλήτων,

·       μείωση της κατανάλωσης μη ανανεώσιμων μορφών ενέργειας,

·       βελτιωμένη διαχείριση των συγκοινωνιών και των μεταφορών που θα περιλαμβάνει αποτελεσματικότερες και περιβαλλοντικά ορθολογικότερες αποφάσεις για τη χωροθέτηση και τρόπο μεταφοράς,

·       δέσμες μέτρων με τα οποία θα επιτευχθεί βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος στις αστικές περιοχές,

·       βελτίωση της δημόσιας υγείας και της ασφάλειας με ιδιαίτερη έμφαση στην εκτίμηση των βιομηχανικών κινδύνων, την πυρηνική ασφάλεια και τη ραδιοπροστασία.

 

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

Η Ελλάδα ως χώρα μέλος της ΕΕ είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει την περιβαλλοντική πολιτική της Ένωσης και να εναρμονίζει το δίκαιό της με το δευτερογενές δίκαιο που ισχύει και διαμορφώνεται κάθε φορά στην Κοινότητα. Από μόνη της δεν δημιουργεί περιβαλλοντική πολιτική και δίκαιο. Στη χώρα μας, δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων γίνεται με την κοινοτική πολιτική και νομοθεσία. Η εναρμόνιση δεν γίνεται αυτόματα. Συνήθως υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση και γίνεται σπασμωδικά και απρόθυμα ή καμιά φορά γίνεται με επιβολή (μέσω του ευρωπαϊκού δικαστηρίου). Η Κοινότητα έχει και μια άλλη έμμεση δυνατότητα και υποχρεώνει σε εναρμόνιση μέσω των κοινοτικών χρηματοδοτικών μέσων.

 

Γενικά είναι γνωστό ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα πλούσιο περιβαλλοντικό απόθεµα, υψηλή βιοποικιλότητα σε συνδυασµό µε µεγάλη ποικιλία βιοτόπων, καλή ποιότητα των νερών κολύµβησης και των ακτών, καλύτερη ποιότητα της ατµόσφαιρας απ’ ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, παρά τα επιµέρους προβλήµατα. Υστερεί όµως, σε άλλους τοµείς και ειδικότερα σε αυτούς όπου η οικονοµική πολιτική δεν ενσωµάτωσε την περιβαλλοντική διάσταση και παρουσιάζεται µικρότερη πρόοδος έναντι των άλλων χωρών. Οι μεγάλες κοινωνικο-οικονοµικές αλλαγές των τελευταίων ετών αρχίζουν να κάνουν αισθητές τις επιπτώσεις τους στην ποιότητα του περιβάλλοντος σε πολλές περιοχές.

 

Στην Ελλάδα γενικότερα και ειδικότερα στον τομέα του περιβάλλοντος, δεν εφαρμόζεται η αρχή της επικουρικότητας. Εδώ βρίσκεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα τόσο στην εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής όσο στο ρόλο που επιτελεί η Αυτοδιοίκηση σ’ αυτό τομέα. 

 

Επάρκεια δικαίου για το περιβάλλον υπάρχει. Αυτό πού λείπει είναι οι μηχανισμοί εφαρμογής, οι πόροι για την εφαρμογή των μέτρων και προπαντός η συγκέντρωση των αποφάσεων ση κεντρική διοίκηση.

Στην πράξη και στο περιβάλλον η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να επιτελέσει το ρόλο της που προσδιορίζεται από το όνομά της «αυτοδιοίκηση».

 

Μια αποτελεσματική περιβαλλοντική διαχείριση δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο όταν γίνεται κοντά στους πολίτες και τους τόπους. Σε κάθε περίπτωση μέτρα για την αντιμετώπιση περιβαλλοντικών προβλημάτων για να αποδώσουν στην πράξη πρέπει να εφαρμόζονται «επί τόπου» και από φορείς που έχουν αμεσότερη σχέση με το χώρο και τις δραστηριότητες. Η αρχή της επικουρικότητας και εδώ είναι άγνωστη στην Ελλάδα.

 

Τα θέματα περιβαλλοντικής πολιτικής, στρατηγικής, σχεδιασμού και εφαρμογής είναι εν πολλοίς άγνωστα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Μπορεί να υπάρχουν ως γενικός προβληματισμός, αλλά δεν υπάρχουν στα αντικείμενα, τις αρμοδιότητές, τις υποχρεώσεις της. Η μόνη πιο πλήρης αρμοδιότητα είναι η διαχείριση των αστικών απορριμμάτων στους ΟΤΑ.

Από τη β’βάθμια Αυτοδιοίκηση ασκούνται ορισμένες μόνον αρμοδιότητες που αφορούν περιβαλλοντικούς όρους οι περισσότερες των οποίων είναι συμμετοχικού ή συμβουλευτικού χαρακτήρα.

 

Η αντίληψη που υπάρχει στην κεντρική εξουσία είναι ότι η ίδια είναι σε θέση να προστατεύσει αποτελεσματικότερα το περιβάλλον (!) σ’ όλη την επικράτεια και στις επί μέρους περιοχές απ’ ότι η αυτοδιοικούμενη τοπική κοινωνία, όχι μόνον διότι οι ΟΤΑ στερούνται των μέσων που απαιτούνται για το σχεδιασμό, και την εφαρμογή του αλλά και επειδή οι «επιρροές εκ μέρους ιδιωτικών συμφερόντων είναι ευχερέστερες και πλέον συνήθεις στα στενά όρια των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης»! 

Το πρόβλημα της κατανομής ρόλων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και της κρατικής διοίκησης αποτελεί αντικείμενο σύγκρουσης για πολλά χρόνια. Στο βάθος του κρύβει ένα θέμα δημοκρατίας για τη χώρα μας.

 

Η κατάσταση αυτή φέρνει τους φορείς αυτοδιοίκησης και τις τοπικές κοινωνίες μακριά από ευθύνες για τη προστασία του περιβάλλοντος. Στις περιπτώσεις συγκρούσεων μπορούν να ξεφεύγουν ή να τοποθετούνται αντίθετα από την περιβαλλοντική πλευρά. Πολλές φορές τα περιβαλλοντικά ζητήματα αντιμετωπίζονται ή ως σωτηρία ή ως καταστροφή. Όταν θέλομε να αποφύγομε μια δραστηριότητα σηκώνομε τη σημαία του περιβάλλοντος. Όταν θέλομε να επεκταθούμε στο χώρο -που περιβαλλοντικά προστατεύεται- καταριόμαστε αυτούς που αντιτίθενται.

 

Γενικά η θέση μας για το ρόλο και τις αρμοδιότητες της Αυτοδιοίκησης καθορίζεται από τη δημοκρατική αρχή της επικουρικότητας και της εγγύτητας για όλα τα θέματα και φυσικά το ίδιο ισχύει και για το περιβάλλον.

 

Μπορώ να αναφερθώ γενικά και παραδειγματικά σε ορισμένους τομείς περιβάλλοντος.

 

1. Χωροταξία

            Ο χώρος είναι ίσως ο πρωταρχικός φυσικός πόρος, απαραίτητος για τις περισσότερες ανθρώπινες δραστηριότητες, από την παραγωγή μέχρι την κατοίκηση, από τη γεωργία μέχρι την ψυχαγωγία, και βέβαια αναγκαίος για τα οικοσυστήματα και την ανάπτυξη των φυσικών διεργασιών.

 

Στην Ελλάδα, μια χώρα ορεινή σε μεγάλο βαθμό χώρα, με πλούσια φυσική και πολιτιστική κληρονομιά, περιορισμένες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, εκτεταμένες ακτογραμμές και πλήθος νησιών, ο χώρος  διεκδικείται από πολλές χρήσεις και απαιτεί προσεκτική και ενεργό διαχείριση. Μόνον έτσι θα μπορούσαν να αποφευχθούν οι αντιφάσεις και συγκρούσεις, να συμφωνηθούν χρήσεις γης, να οριστούν παραγωγικές ζώνες, να προστατευθούν κάποιες ιδιαίτερα ευαίσθητες περιοχές.

Δυστυχώς τέτοιο πλαίσιο δεν υφίσταται ακόμη στη χώρα μας. Η χώρα δεν διαθέτει ούτε κτηματολόγιο που αποτελεί την κυριότερη υποδομή σχεδιασμού περιβάλλοντος Δεν διαθέτει επίσης εθνικό και περιφερειακό χωροταξικό σχεδιασμό. Η αλλοπρόσαλλη οικιστική και πολεοδομική πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης ευνοεί την αλόγιστη κατασπατάληση των χώρων την αυθαίρετη οικιστική επέκταση.

 

Η χωροταξία, η θέσπιση τάξης στο χώρο εκλαμβάνεται ως τροχοπέδη στην κερδοσκοπία της γης και αποφεύγεται από τους όποιους κυβερνώντες, με διάφορες προφάσεις, λόγω «πολιτικού κόστους». Καταδικάζεται έτσι ο τόπος στην απώλεια σοβαρών συγκριτικών πλεονεκτημάτων, μείωση της παραγωγικότητας και ριζική υποβάθμιση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος.

 

Απέναντι σ’ αυτές τις καταστάσεις η Αυτοδιοίκηση είναι αδύναμη ή/και αμέτοχη. 

 

2. Το φυσικό περιβάλλον

Η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Ειδικών Ζωνών Διατήρησης προβλέπεται από το άρθρο 3 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 “για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας”. Στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπιστώθηκε ότι η γενική κατάσταση διατήρησης ενός συγκεκριμένου αριθμού οικοτόπων και ειδών, των λεγόμενων κοινοτικού ενδιαφέροντος, επιδεινώνεται προοδευτικά με κίνδυνο να οδηγήσει σε μία μη αναστρέψιμη απώλεια για τη βιοποικιλότητα. Για να προληφθεί αυτός ο κίνδυνος, η Οδηγία προβλέπει την ίδρυση ενός οικολογικού συνεκτικού δικτύου, διασφαλίζοντας τους χώρους που εμφανίζονται αυτοί οι τύποι οικοτόπων και αυτά τα απειλούμενα είδη. Αυτό είναι το δίκτυο “NATURA 2000”.

 

Η Οδηγία καθορίζει ότι το κράτος επιφορτίζεται με τη διατήρηση των τύπων οικοτόπων και των ειδών της Οδηγίας στην επιθυμητή κατάσταση διατήρησης. Για να επιτευχθεί αυτό, ταυτόχρονα με τον ορισμό των Ζωνών Ειδικής Διατήρησης λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα, που είτε αποτελούν ειδικά σχέδια διαχείρισης για κάθε τόπο (περιοχή) είτε μέτρα ενσωματωμένα σε άλλα σχέδια διευθέτησης (π.χ. χρήσεις γης). Επίσης λαμβάνονται και τα αναγκαία κανονιστικά, διοικητικά ή άλλα μέτρα για την προστασία των ανωτέρω τύπων οικοτόπων και ειδών.

 

Παρότι η οδηγία 92/43, υιοθετήθηκε από το 1992 και οι τόποι προστασίας προσδιορίστηκαν κανένα σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση της διαχείρισης δεν έχει ληφθεί στην Ελλάδα. Η χώρα σήμερα βρίσκεται κατηγορούμενη στο Ευρωπαϊκό δικαστήριο για μη εφαρμογή της Οδηγίας για τις προστατευόμενες περιοχές.

 

Μια προσπάθεια για σύσταση διαχειριστικών φορέων στους Εθνικούς Δρυμούς έγινε από το ΥΠΕΧΩΔΕ το 2003, -το οποίο κράτησε το δικαίωμα να ορίζει αυτό τη σύνθεση της διοίκησης τους. Συστήθηκαν 27 φορείς διαχείρισης και εγκαταλείφτηκαν στην συνέχεια για να παραμένουν ανενεργοί μέχρι σήμερα.

 

Η διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος είναι ένας προνομιακός χώρος για την αυτοδιοίκηση η οποία κρατιέται μακριά.

Αυτό πού χρειάζεται να γίνει στην χώρα μας για τις προστατευόμενες περιοχές είναι:

-         Πλήρης εφαρμογή της οδηγίας για τα εvδιαιτήματα (οικοτόπους) καθώς και της οδηγίας για τα πτηνά. Στήριξη της δημιουργίας δικτύου χαρακτηρισμένωv περιοχών και επαρκής χρηματοδοτική και τεχνική στήριξη για τη διατήρηση και αειφόρο χρήση τους. Κατάρτιση διαχειριστικών σχεδίων για τις προστατευόμενες περιοχές και για συγκεκριμένα απειλούμενα είδη.

-         ανάπτυξη, συγκρότηση διαχειριστικών αρχών και διαχείριση προστατευμένων περιοχών ή περιοχών όπου απαιτούνται ειδικά μέτρα για τη διατήρηση της βιολογικής ποικιλομορφίας. Σημαντικός ρόλος και ευθύνη γι αυτά να ανατεθεί στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

 

3. Πόροι

            Αντίστοιχη είναι και η αντιμετώπιση των άλλων φυσικών πόρων, όπως του νερού, των εδαφών κτλ. Παρατηρούμε δηλαδή, από τη μία πλευρά εντατική εκμετάλλευση του κάθε πόρου για άμεσα οφέλη, χωρίς μέριμνα για το μέλλον, και από την άλλη χαλαρές δημόσιες δομές έλλειψη μηχανισμών εφαρμογής, που επιτρέπουν ή και ενισχύουν τέτοιες πρακτικές.

Είναι χαρακτηριστική η κατάσταση που επικρατεί σο νερό, έναν από τους σημαντικότερους πόρους τόσο για τη διαβίωση του ανθρώπου όσο και για την αγροτική και βιομηχανική παραγωγή, απαραίτητου παράλληλα για τη λειτουργία πολλών οικοσυστημάτων και ιδιαίτερα των υγρότοπων.

 

Η Κοινοτική Οδηγία-πλαίσιο για το Νερό (2000/60/ΕΚ), που προβλέπει την ορθολογική χρήση των υδατικών πόρων, ενσωματώθηκε –ατελώς όμως– στο ελληνικό δίκαιο με το νόμο 3199/2003 και δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί, εφόσον προϋποτίθενται διάφορες θεσμικές και διοικητικές ρυθμίσεις που δεν έχουν υλοποιηθεί. Πάλι και εδώ η κεντρική διοίκηση κρατά τις βασικές αποφάσεις.

 

Αντίστοιχη είναι η κατάσταση και άλλων πόρων όπως πχ των ακτών, τοπίων τα οποία αφενός με αλλοιώνονται ή/και καταστρέφονται και αφετέρου δεν αξιοποιούνται σωστά. Και εδώ γυρίζομε στα ίδια. Ελλείπουν οι πολιτικές, ο σχεδιασμός και η επιτόπου προστασία.

 

Επίλογος

Τα προβλήματα που γενικά ανέφερα δεν είναι αξεπέραστα. Απλά δεν αντιμετωπίζονται χωρίς συγκεκριμένο σχεδιασμό και επιτόπου διαχείριση. Και επιτόπου διαχείριση δεν μπορεί να γίνει από μακριά. Επαναλαμβάνω ό,τι η περιβαλλοντική νομοθεσία της χώρας, παρά τις όποιες ατέλειές της, είναι επαρκής. Αυτό που χρειάζεται είναι η εφαρμογή της πρώτα απ’ όλα από την κεντρική διοίκηση με την έννοια της υποστήριξης του σχεδιασμού, της δημιουργίας και της στελέχωσης του κατάλληλου μηχανισμού στην Α’ & β’ Αυτοδιοίκηση στην εκχώρηση των αρμοδιοτήτων και των πόρων που απαιτούνται για την άσκησή τους.

 

 

Χανιά 24-9-2005

Γιώργος Αγοραστάκης

 ΑΝΤΙΝΟΜΑΡΧΗΣ ΧΑΝΙΩΝ

 

 

Γιώργος ΑΓΟΡΑΣΤΑΚΗΣ

 

SOCIAL MEDIA

Επισκευθείτε τη σελίδα μου στο FacebookΑκολουθείστε τη σελίδα μου στο TwitterΕπισκευθείτε τη σελίδα μου στο Google Plus

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ

Συνδέεστε μαζί μας

TWEETS ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

www.mikis-crete.gr