Skip to content

Ιστόλογος

Αρχή Αρχείο Πολιτισμός, Ιστορία Εμμανουήλ Κριαράς, “Χαίρειν και ζην επί μήκιστον”
Εμμανουήλ Κριαράς, “Χαίρειν και ζην επί μήκιστον”

Εμ.ΚριαράςO Εμμανουήλ Κριαράς, κορυφαία μορφή του δημοτικισμού, δάσκαλος του γένους όπως τον αποκάλεσαν για το μνημειώδες έργο του, το Λεξικό της Mεσαιωνικής Eλληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), σφράγισε με το έργο του την ιστορία των ελληνικών γραμμάτων ολόκληρο αιώνα, τον 20ό, ενώ συνεχίζει ακάματος και το ίδιο παραγωγικός, στον 21ο. Ο υπεραιωνόβιος ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής του Αριστοτελείου, ο οποίος διάγει το 104ο έτος της ζωής του διδάσκει ακόμα. Υπόθεση της ζωής του, με τις μελέτες του δημοτικισμού να κρατήσει ζωντανή την ελληνική παράδοση και τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού. Έργο της ζωής του, η ανάδειξη, η καθιέρωση και η προάσπιση, της δημοτικής. Ο Κριαράς δίδαξε γράμματα και ήθος τον αιώνα και το γένος, δίδαξε γενεές και γενεές Ελλήνων και συνεχίζει…

 

Ο έρωτας και ο θάνατος

 

Ο Εμμανουήλ Κριαράς μιλάει στην εφημερίδα "Τα Νέα" (22-07-22009) και στη δημοσιογράφο Βίκυ Χαρισοπούλου για τον έρωτα, την οικονομική και κοινωνική κρίση των ημερών και την έλλειψη παιδείας. Μια εξαιρετική συνέντευξη...

 

Εμ.Κριαράς με την σύζυγό του Αικ.Στριφτού«Ερωτεύτηκα πολύ.

Έζησα όλη μου τη ζωή ερωτευμένος.

Με την κυριολεξία του όρου.

Με συγκίνηση», λέει ο καθηγητής Εμμ. Κριαράς

«Έρωτας είναι η επιδίωξη του ιδανικού. Σε όλες του τις εκφάνσεις. Ξεχωρίζω δύο: τον σαρκικό- πνευματικό έρωτα προς τη- τον σύντροφο και τον έρωτα προς την εργασία. Αυτό που λέμε φιλεργία. «Ο έρωτας είναι το αντίδοτο του θανάτου. Είναι ίσως η ίδια η ζωή. Μόνο όταν είσαι ερωτευμένος ζεις. Ειδάλλως είσαι... πέτρα...».

Όχι. Ο υπεραιωνόβιος πλέον (διάγει το 104ο έτος της ζωής του) ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, Εμμανουήλ Κριαράς, δεν νιώθει «πέτρα»...

«Κρατώ ακόμα ψήγματα έρωτα και προς τη μνήμη της γυναίκας μου και προς την εργασία. Ζω. Νιώθω. Εργάζομαι ακόμα, αλλά με δυσκολία. Δεν δίδει η ζωήχωρίς έρωτα- ευτυχία. Είμαστε τραγικές μορφές. Το γεγονός ότι έχουμε συνείδηση δεν νομίζω ότι είναι στοιχείο ουσιαστικής ευτυχίας. Ο άνθρωπος ζει πιο ευτυχισμένα όταν δεν έχει συνείδηση της τραγικότητας της ζωής του. Εγώ- δυστυχώς- την έχω. Επιθυμία μου είναι πλέον να μη ζήσω. Είναι βάρος πια η ζωή μου».

 

-Κουράζει η ζωή;

Κουράζει ίσως το περιβάλλον της ζωής. Ο χώρος και οι άνθρωποι στον οποίο και με τους οποίους είσαι καταδικασμένος να ζεις. Αυτό που τώρα λένε οικονομική ή κοινωνική κρίση.

 

-Η οικονομική κρίση συνάδει με την κοινωνική- αυτή που λέμε αξιών; Είναι προϊόν η μία της άλλης ή απλώς συνυπάρχουν με κοινή προέλευση, παράλληλη έκφραση και αδιέξοδο αποτέλεσμα;

Η κατάσταση είναι άσχημη από κάθε άποψη. Είναι πολύ πιο εντυπωσιακή βέβαια αυτή που λέμε οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της είναι τραγικές, αλλά- επιτρέψτε μου- είναι τραγικότερες οι επιπτώσεις της άλλης κρίσης, αυτής της λεγόμενης κοινωνικής. Αυτοκαταδιωκόμεθα άπαντες. Υπάρχει γενικώς μια ανισορροπία. Διάγει κρίση η πολιτική ζωή, διά γει κρίση η Παιδεία, η Δικαιοσύνη- έννοιες πρωταρχικές... Όσον αφορά το αμιγώς οικονομικό φαινόμενο, δεν είμαι ίσως αρμόδιος να δώσω λύσεις. Έζησα και το κραχ του ΄29 αλλά ήταν αλλιώς τότε... Τώρα είναι διαφορετικά. Συνδυάζεται με την παγκοσμιοποίηση. Το κοινωνικό λοιπόν πρόβλημα είναι προϊόν της ευημερίας. Προϋπάρχει λοιπόν της οικονομικής κρίσης. Αυτό που ζούμε τώρα θα προτιμούσα να μην το είχα προλάβει, να μην το είχα ζήσει».

 

Κρίση και έλλειψη παιδείας

-Παλαιότερα υποστηρίζατε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας είναι ο σοσιαλισμός. Εξακολουθεί να παραμένει όραμα και στόχος σας;

Εξακολουθώ να το πιστεύω. Η λύση θα έρθει- εγώ δεν θα το προλάβω, ούτε την ανόρθωση της παιδείας που θα πρέπει να προηγηθεί, θα προλάβω. Δεν μ΄ ενδιαφέρει πλέον η πολιτική με τον τρόπο που ασκείται. Η πολιτική μας ζωή οδηγείται σε συντηρητισμό κι αμφιβάλλω αν θα μπορέσει σύντομα να ανακάμψει. Είναι η κρίση σε συνδυασμό με την έλλειψη παιδείας. Δεν τιμώνται πλέον οι αξίες. Βιώνουμε την έσχατη πλέον ανάγκη ανόρθωσης της παιδείας. Είναι όμως η υλιστική κατεύθυνση της παιδείας. Με την τεχνολογία τα ανθρωπιστικά γράμματα υποτιμούνται κι έτσι δημιουργείται μια ανισορροπία... Η αρχή είναι η ΠΑΙΔΕΙΑ. Ένας λαός προάγεται όταν έχει προηγμένη παιδεία. Αν όμως οι ανάξιοι επιπλέουν σ΄ όλους τους τομείς και κυρίως σ΄ αυτούς της πολιτικής... Πρέπει να υπερνικήσουμε την τάση αυτή. Το αποτέλεσμα είναι η δυσπιστία όλων...

Ο υλισμός είναι που σκότωσε το όραμα. Κι ο υλισμός είναι που διδάσκεται από γονείς και δασκάλους. Όλα γίνονται με στόχο την εξασφάλιση παχυλού κέρδους.

 

«Ανυψώνει τον άνθρωπο ο έρωτας.

Ο πραγματικός, ο αληθινός έρωτας»

 

«Εξαγοράζονται πλέον εύκολα οι άνθρωποι...»

Η τρομοκρατία είναι μια μορφή δράσης και «λύσης»; Ο Εμμανουήλ Κριαράς διαφωνεί: «Δεν αποτελεί ευχάριστο φαινόμενο. Δεν ήταν ποτέ λύση η τρομοκρατία. Εκτός αν εννοείτε την τρομοκρατία των ισχυρών της Γης. Την τρομοκρατία του κεφαλαίου και του υλισμού. Όχι, με την άλλη- αυτήν τη μεμονωμένη των αγανακτισμένων παιδιών- φοβάμαι ότι η εκτροπή καραδοκεί. Δεν απέχει πολύ η όποια εκτροπή από τα έσχατα αυτά φαινόμενα απόλυτου συντηρητισμού στα οποία πολιτικά ασυνείδητα καταφεύγουν οι άμυαλοι απογοητευμένοι».

 

-Τι να κάνουμε; Εκατό και πλέον χρόνια μετά (ο Β. Ι. Λένιν έθεσε το ερώτημα το 1902 στο ομότιτλο βιβλίο του);

Οι Σπαρτιάτες το έθεσαν λακωνικότερα όλων το 410 π.Χ. μετά τη ναυμαχία της Κυζίκου. «Έρρει τα κάλα, Μίνδαρος απεσύα, Πεινώντι τώνδρες, Απορίομες τι χρη δραν». (Καταστράφηκαν τα πλοία. Ο Μίνδαρος σκοτώθηκε. Οι άνδρες πεινούν.)

Απορούμε τι πρέπει να πράξουμε.) Να υπομένουμε. Μια λύση είναι εσείς να μιλάτε. Να λέτε πάντα αυτό που πιστεύετε... Και να πληροφορείτε σωστά. Μη δέχεσθε να γίνετε όργανα του οποιουδήποτε. Εξαγοράζονται πλέον εύκολα οι άνθρωποι... Πριν από λίγα χρόνια διάβαζα καθημερινά και μάλιστα εμβριθώς δυο, τρεις εφημερίδες. Τώρα πια με κουράζει αυτή η ελαφρότητα... Το μόνο ιδανικό που απέμεινε είναι ίσως ο Έρωτας. Υπό την έννοια της αέναης επιδίωξης του ιδανικού...

 

Ο έρωτας είναι

Η επιδίωξη του ιδανικού, Η ίδια η ζωή, Το αντίδοτο του θανάτου. Η φιλεργία. Η λύση- κυρίως- στα χρόνια της... χολέρας στα οποία ζούμε

 

Στιγμές ζωής

Η γέννηση. Στον Πειραιά στις 29 Νοεμβρίου 1906

Η επιλογή για σπουδές φιλολογίας (1924)

Η συνάντηση με τη σύντροφο της ζωής του Αικατερίνη Στριφτού στα 1935

Η απόλυση από τη χούντα (1968)

Η απώλεια της συντρόφου (Μάιος 2000)

 

Τον ενοχλούν

Το ψεύδος,

Η υποκρισία,

Η επικράτηση της απάτης,

Η «βασιλεία» του κέρδους,

Η έλλειψη παιδείας.

 

 

Ο βίος και η πολιτεία του Εμμανουήλ Κριαρά (1)

 

Εμμα­νουήλ Κρια­ράς, «Μα­κράς ζωής α­γω­νί­σμα­τα»
Έκδο­ση: Οι φί­λοι του πε­ριο­δι­κού «Αντί», 2009

 

Εμμανουήλ Κριαράς"Ασφαλώς δεν είναι συμπαθητικό φαινόμενο να μιλεί κανείς για τον εαυτό του. Όταν όμως αυτά που θα πει συνδέονται με την προσπάθεια να αυτοχαρακτηριστεί ως προς τον ιδεολογικό του κόσμο και ως προς την άλλη του ανθρώπινη υπόσταση και όταν αυτό γίνεται με σοβαρότητα και κάθε δυνατή αντικειμενικότητα, το φαινόμενο του (έμμεσου έστω) αυτοχαρακτηρισμού γίνεται λιγότερο αντιπαθητικό για τους τρίτους".

Ο Εμμανουήλ Κριαράς οριοθετείται ως προς την ωφελιμότητα της αυτοβιογραφίας του. Περιττό, ενδεχομένως, για έναν διανοούμενο με το έργο και την προσφορά του. Αναγκαίο ωστόσο, ο ίδιος το κρίνει ως τέτοιο, για μια ηθική οντότητα που μπορεί να αφιερώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην επιστήμη του ωστόσο ουδέποτε λησμόνησε τη λεπτή μα ουσιώδη συνθήκη που κατά τον ίδιο πρέπει να εκφράζει κάθε άνθρωπο και κάθε διανοούμενο: "να εκφράζομαι πάντα ειλικρινώς και να μη σιωπώ".

Ως εκ τούτου μέσα από της "Μακράς ζωής Αγωνίσματα" βρισκόμαστε μπροστά στην ειλικρινή εξομολόγηση για το "ταξίδι" της ζωής του. Ένα ταξίδι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τις πνευματικές και πολιτικές περιπέτειες του τόπου μας και χρωματισμένο έντονα από την αγάπη του για τη γλώσσα μας.

Η συγγραφή των "σελίδων του βίου" του είχε ήδη ξεκινήσει όταν ο Χρήστος Παπουτσάκης, που πριν λίγο καιρό έφυγε από τη ζωή, πρότεινε, και έτσι εν τέλει έγινε, να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις "Οι Φίλοι του περιοδικού ΑΝΤΙ". (Π. Κρημνιώτη –Αυγή 12/05/2009)

 

 

Μεταφορά αποσπάσματος από το EX LIBRIS (Μάρη Θε­ο­δο­σο­πού­λου)

 

«Με­τά μια ο­ρι­σμέ­νη η­λι­κία, ο α­πο­λο­γι­σμός ζωής, α­κό­μη κι ό­ταν δεν συ­ντάσ­σε­ται, κα­ταρ­τί­ζε­ται νο­ε­ρά. Μό­νο που σκέ­ψεις και αι­σθή­μα­τα, α­κό­μη και τα γε­γο­νό­τα, δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται ό­πως τα ζή­σα­με αλ­λά κα­τα­πώς τα θυ­μό­μα­στε. Ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, ό­πως θέ­λου­με να τα θυ­μό­μα­στε. Ο Εμμα­νουήλ Κρια­ράς, ω­στό­σο, δεί­χνει να εί­ναι α­ντι­κει­με­νι­κός. Κι αυ­τό φαί­νε­ται να το ε­πι­τυγ­χά­νει, ξε­κα­θα­ρί­ζο­ντας τα αι­σθή­μα­τά του και κα­τα­στα­λά­ζο­ντας στις α­πό­ψεις του για πρό­σω­πα και κα­τα­στά­σεις. Με θαυ­μα­στή α­κρι­βο­λο­γία, πα­ρα­θέ­τει τα τεκ­μή­ρια της μέ­χρι σή­με­ρα πο­ρείας του, χω­ρίς α­πο­σιω­πή­σεις, σαν έ­ναν εις ε­αυ­τόν α­πο­λο­γι­σμό. Πρό­κει­ται για μια λο­γο­δο­σία, που α­πο­φεύ­γει τις α­σά­φειες και πα­ρα­λεί­ψεις, σκια­γρα­φώ­ντας, με ευ­κρί­νεια, λη­σμο­νη­μέ­νες ή και ά­γνω­στες στους νεό­τε­ρους κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές κα­τα­στά­σεις. Συ­στη­μα­τι­κός ο λό­γος του, συ­στή­νει, εν συ­ντο­μία, πλή­θος προ­σώ­πων α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς χώ­ρους, με κυ­ριό­τε­ρους, αυ­τούς της α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας και της λο­γο­τε­χνίας. Αν και ε­πι­κε­ντρω­μέ­νος ο α­πο­λο­γι­σμός στον αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νο και τους γύ­ρω του, δί­νει μια πα­νο­ρα­μι­κή ει­κό­να του 20ου αιώ­να. Με­τα­ξύ άλ­λων, δεί­χνει και πό­σο λί­γο ή έ­στω, πό­σο δύ­σκο­λα, αλ­λά­ζουν οι νοο­τρο­πίες, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­νες τα­κτι­κές, ό­πως η υ­πο­νό­μευ­ση των α­ξιό­τε­ρων. Η αυ­το­βιο­γρα­φία του Κρια­ρά μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποιη­θεί ως βι­βλίο α­να­φο­ράς χά­ρις στο πλή­θος και την α­κρί­βεια των πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων Μπο­ρεί, ό­μως, να δια­βα­στεί και ως ι­στο­ρι­κό α­φή­γη­μα. Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, α­να­πό­φευ­κτα, ο α­να­γνώ­στης συ­γκρα­τεί τα ση­μα­ντι­κά γι’ αυ­τόν. Δί­νου­με πε­ρί­λη­ψη της δι­κής μας ε­ντρύ­φη­σης, δε­δο­μέ­νου ό­τι μια τυ­πι­κή πα­ρου­σία­ση ε­νός πα­ρό­μοιου βι­βλίου θα πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε γε­νι­κό­λο­γες α­πο­φάν­σεις, που μάλ­λον α­πω­θούν πα­ρά πα­ρα­κι­νούν σε α­νά­γνω­ση.


Γεν­νη­μέ­νος ο Κρια­ράς στον Πει­ραιά, έ­ζη­σε μέ­χρι την ε­νη­λι­κίω­σή του, πρώ­τα στη Μή­λο και με­τά στην Κρή­τη. Κα­τά­γε­ται α­πό ε­κεί­νους τους Κρη­τι­κούς, που, κυ­νη­γη­μέ­νοι, στα πρώ­τα χρό­νια του 19ου αιώ­να, ε­γκα­τέ­λει­ψαν τα Σφα­κιά και ε­γκα­τα­στά­θη­καν στη Μή­λο, ι­δρύο­ντας τον Αδά­μα­ντα, που εί­ναι το ση­με­ρι­νό ε­πί­νειο του νη­σιού. Η πρώ­τη ε­ρευ­νη­τι­κή με­λέ­τη του α­φο­ρά τα νε­ο­ελ­λη­νι­κά πα­ρω­νύ­μια των δυο νη­σιών. Ναυ­τι­κοί το ε­πάγ­γελ­μα ή­ταν και οι δυο ε­κα­τέ­ρω­θεν παπ­πού­δες του, ό­πως και ο πα­τέ­ρας του. Ενδια­φέ­ρου­σα εί­ναι η πλη­ρο­φο­ρία, πως ο έ­νας α­πό τους δυο μι­κρό­τε­ρους α­δελ­φούς του, ο δευ­τε­ρό­το­κος Παύ­λος, ή­ταν συ­νο­μή­λι­κος και φί­λος με τον Μι­χά­λη Ρά­πτη, γνω­στό και με το ε­πα­να­στα­τι­κό ψευ­δώ­νυ­μο Πά­μπλο, το ο­ποίο, σύμ­φω­να με τον Κρια­ρά, μπο­ρεί και να το ε­μπνεύ­στη­κε α­πό τον α­δελ­φό του.


Ο Κρια­ράς ο­νο­μα­τί­ζει τους κα­θη­γη­τές του στο γυ­μνά­σιο των Χα­νίων, μνη­μο­νεύο­ντας ι­διαί­τε­ρα τον Εμμα­νουήλ Γε­νε­ρά­λι, που τον μύη­σε στα αρ­χαία γράμ­μα­τα, και τον Ιωάν­νη Μο­σχό­που­λο της Ευαγ­γε­λι­κής Σχο­λής της Σμύρ­νης, που τους μι­λού­σε για το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα και τη σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνία. Ακό­μη, α­να­φέ­ρει τους συμ­μα­θη­τές του, τον Στέ­λιο Κα­ψω­μέ­νο και τον Νί­κο Τω­μα­δά­κη, κα­θώς και τις πνευ­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες ε­κεί­νων των χρό­νων. Στην τρί­τη γυ­μνα­σίου εί­χαν ι­δρύ­σει τον πνευ­μα­τι­κό ό­μι­λο «Εγκυ­κλο­παι­δι­κός Κύ­κλος των Νέων» και στην τε­λευ­ταία τά­ξη, τον «Κρη­τι­κό Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο» και το πε­ριο­δι­κό «Αυ­γε­ρι­νός». Νο­νός του πε­ριο­δι­κού και υ­πεύ­θυ­νος ύ­λης για τον πρώ­το χρό­νο ή­ταν ο ί­διος. Σε αυ­τό δη­μο­σίευ­σε με­τα­φρά­σμα­τα και δυο βι­βλιο­κρι­σίες, για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ξε­νό­που­λου «Η τρί­μορ­φη γυ­ναί­κα» και για την αν­θο­λο­γία του Πα­πα­δή­μα «Νέ­οι Διη­γη­μα­το­γρά­φοι». Πο­λύ θα θέ­λα­με να δια­βά­σου­με την ά­πο­ψη του νε­α­ρού Κρια­ρά για ε­κεί­νους τους “νέ­ους διη­γη­μα­το­γρά­φους”. Μια άλ­λη συ­ντρο­φιά στα Χα­νιά, με ε­πι­κε­φα­λής τον φί­λο του, Κα­ψω­μέ­νο, έ­βγα­ζε το πε­ριο­δι­κό «Λο­γο­τε­χνι­κές Σε­λί­δες».


Μέ­σα α­πό τα στοι­χεία της αυ­το­βιο­γρα­φίας, ο Κρια­ράς προ­βάλ­λει ως έ­νας συ­ναι­σθη­μα­τι­κός έ­φη­βος, πει­θαρ­χη­μέ­νος και ερ­γα­τι­κός, με πνευ­μα­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα. Ένας νε­α­ρός, που δεν δια­θέ­τει χρό­νο για παι­χνί­δια, ού­τε και για πολ­λές συ­να­να­στρο­φές. Χω­ρίς ε­πι­δό­σεις στα α­θλη­τι­κά, αλ­λά με έ­φε­ση στις ξέ­νες γλώσ­σες. Ανα­κα­λεί τα πρώ­τα δια­βά­σμα­τά του, ε­κεί­να που ε­ξέ­θρε­ψαν τον δη­μο­τι­κι­σμό του. Ανά­με­σα σε αυ­τά και τα διη­γή­μα­τα του Πέ­τρου Πι­κρού, ε­κεί­να του πρώ­του βι­βλίου του, τα «Χα­μέ­να κορ­μιά», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Χρι­στού­γεν­να του 1922. Οι α­να­μνή­σεις α­πό τα σχο­λι­κά του χρό­νια τε­λειώ­νουν με τη διά­λε­ξη, που έ­δω­σε ο Ψυ­χά­ρης στο Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο Χα­νίων. Στον Ψυ­χά­ρη ε­πα­νέρ­χε­ται συ­χνά, ό­πως μαρ­τυ­ρούν και οι πα­ρα­πο­μπές στο ευ­ρε­τή­ριο, που υ­πε­ρέ­χουν ό­λων των άλ­λων α­να­φε­ρό­με­νων προ­σώ­πων, με δεύ­τε­ρο τον Πα­λα­μά. Τον Ψυ­χά­ρη τον θαύ­μα­ζε, ό­πως γρά­φει, χω­ρίς, ό­μως, και να υιο­θε­τεί ό­λες τις θέ­σεις του. Τον Πα­λα­μά τον α­ντί­κρι­σε πρώ­τη φο­ρά, ό­ταν ή­ταν φοι­τη­τής, στην κη­δεία του κα­θη­γη­τή της Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής Γεώρ­γιου Δέρ­βου. “Τον πα­ρα­κο­λού­θη­σε κα­θώς έ­βγαι­νε α­πό την εκ­κλη­σία του Αγίου Γεωρ­γίου Κα­ρύ­τση έως να φτά­σει στο σπί­τι του στην ο­δό Ασκλη­πιού με το ρυθ­μό του δι­κού του βα­δί­σμα­τος”. Αυ­τή η πε­ρι­γρα­φή της εκ του μα­κρό­θεν προ­σή­λω­σης θα ταί­ρια­ζε και σε μια δι­κή μας α­νά­μνη­ση α­πό έ­ναν άλ­λο με­γά­λο ποιη­τή, Θεσ­σα­λο­νι­κιό κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής, κα­μιά ε­βδο­μη­ντα­ριά χρό­νια νεό­τε­ρο. Όσο κι αν α­πέ­χουν οι άν­θρω­ποι, τε­λι­κά, οι συ­μπε­ρι­φο­ρές τους ε­λά­χι­στα δια­φο­ρο­ποιού­νται.


Η πε­ντα­ε­τία των πα­νε­πι­στη­μια­κών του σπου­δών, 1924-1929, στην ο­ποία πα­ρεμ­βλή­θη­κε, λό­γω οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας, η στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία, εί­ναι α­νά­με­σα στα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα κε­φά­λαια. Κι αυ­τό, για­τί σκια­γρα­φεί το ι­δε­ο­λο­γι­κό το­πίο στον πα­νε­πι­στη­μια­κό χώ­ρο, ε­πε­κτεί­νο­ντας την ε­πο­πτι­κή ει­κό­να, που δί­νει, για τον 19ο αιώ­να, ο Κώ­στας Λάπ­πας στη με­λέ­τη του, «Πα­νε­πι­στή­μιο και φοι­τη­τές στην Ελλά­δα κα­τά τον 19ο αιώ­να». Στην εν λό­γω πε­ντα­ε­τία γι­νό­ταν μια προ­σπά­θεια α­να­νέω­σης των κα­θη­γη­τών και νεό­τε­ροι ε­πι­στή­μο­νες με φι­λο­δη­μο­τι­κι­στι­κές ι­δέες κα­τα­λάμ­βα­ναν έ­δρες. Ο Κρια­ράς τα­ξι­νο­μεί τους κα­θη­γη­τές ως προς τις γλωσ­σι­κές τους α­ντι­λή­ψεις, κα­λύ­πτο­ντας ο­λό­κλη­ρο το φά­σμα. Υπήρ­χαν οι ρι­ζο­σπα­στι­κοί, που α­σπά­ζο­νταν τις γλωσ­σι­κές αρ­χές του δη­μο­τι­κι­σμού. Οι με­τριο­πα­θείς, δια­φο­ρε­τι­κών, ό­μως, δια­βαθ­μί­σεων. Δη­λα­δή, ό­σοι κα­τά βά­θος ή­ταν δη­μο­τι­κι­στές χω­ρίς να το δια­κη­ρύσ­σουν και οι άλ­λοι, που εμ­φα­νί­ζο­νταν α­νε­κτι­κοί, αλ­λά πα­ρέ­με­ναν κα­θα­ρευου­σιά­νοι. Ακό­μη, οι σιω­πη­λοί και α­πέ­χο­ντες, που, έ­με­ναν, ό­μως, πι­στοί στο γε­νι­κό γλωσ­σα­μυ­ντο­ρι­κό πνεύ­μα της Σχο­λής. Και τέ­λος, οι α­διάλ­λα­κτοι, που μά­χο­νταν κα­τά του δη­μο­τι­κι­στι­κού κι­νή­μα­τος. Συ­γκρα­τού­με το πρώ­το ό­νο­μα που μνη­μο­νεύει, τον κα­θη­γη­τή της αρ­χαίας ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας Πα­να­γή Λο­ρε­ντζά­το, τον ο­ποίο και χα­ρα­κτη­ρί­ζει θαρ­ρα­λέο υ­πε­ρα­σπι­στή της δη­μο­τι­κής γλώσ­σας.


Ο Κρια­ράς πα­ρου­σιά­ζει γε­νι­κό­τε­ρα το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα σε ε­κεί­να τα χρό­νια. Τό­τε που ο ί­διος έ­κα­νε κά­ποιες προ­σπά­θειες στην ποίη­ση και γνώ­ρι­ζε τους πρώ­τους λο­γο­τέ­χνες. Με­τα­ξύ άλ­λων, την ε­πο­χή που υ­πη­ρε­τού­σε στο Ναυ­τι­κό συν­δέ­θη­κε φι­λι­κά με τον Δ.Ι. Αντω­νίου και ως φοι­τη­τής, στο υ­πό­γειο Μπά­γκειο, συ­νά­ντη­σε τον Να­πο­λέ­ο­ντα Λα­πα­θιώ­τη. Φί­λος α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή ή­ταν ο Κ.Θ.Δη­μα­ράς. Μας θυ­μί­ζει τις πα­νε­πι­στη­μια­κές του α­τυ­χίες, που έρ­χο­νται σε α­ντί­θε­ση με την ε­πι­κρα­τού­σα σή­με­ρα ει­κό­να ε­νός κα­τ’ ε­ξο­χήν α­κα­δη­μαϊκού δα­σκά­λου. Ξε­κί­νη­σε α­πό την ια­τρι­κή, στρά­φη­κε στη φι­λο­λο­γία, ό­που πή­ρε το πτυ­χίο και έ­κα­νε το δι­δα­κτο­ρι­κό του με πολ­λών χρό­νων κα­θυ­στέ­ρη­ση, δεν κα­τέ­λα­βε κα­μία έ­δρα σε κα­νέ­να πα­νε­πι­στή­μιο, μό­νο δί­δα­ξε στο Νε­ο­ελ­λη­νι­κό Ινστι­τού­το της Σορ­βό­νης. Τέ­λος, ό­ταν στα ο­γδό­ντα του έ­θε­σε υ­πο­ψη­φιό­τη­τα στην Ακα­δη­μία για την κε­νή έ­δρα στην Τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών, οι τριά­ντα πέ­ντε Ακα­δη­μαϊκοί, στις 15 Μαρ­τίου 1984, του έ­δω­σαν μό­λις εν­νέα ψή­φους και μια α­κό­μη, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση.


Το 1930, τε­λειώ­νο­ντας τις σπου­δές του ο Κρια­ράς, διο­ρί­στη­κε στο ελ­λη­νι­κό γυ­μνά­σιο στο Γα­λά­ζι της Ρου­μα­νίας. Το τα­ξί­δι, ό­μως, το μα­ταίω­σε η α­πό­φα­ση της Ακα­δη­μίας Αθη­νών να ι­δρύ­σει Με­σαιω­νι­κό Αρχείο, με α­πώ­τε­ρο σκο­πό τη συ­γκρό­τη­ση Λε­ξι­κού της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας α­πό την ί­δρυ­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης έως το 1880. Ένα με­γα­λό­πνοο σχέ­διο, που ξε­κι­νού­σε, ως εί­θι­σται στα κα­θ’ η­μάς, χω­ρίς σχε­δια­σμό. Πά­ντως, προ­κη­ρύ­χτη­κε δια­γω­νι­σμός για τρεις θέ­σεις, προ­βλέ­πο­ντας και ε­ξά­μη­νη μα­θη­τεία στο Μό­να­χο. Οπό­τε, ο Κρια­ράς, ως έ­νας α­πό τους τρεις υ­πό­τρο­φους, πή­ρε το βά­πτι­σμα στη λε­ξι­κο­γρά­φη­ση, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας ε­πί τό­που τη σύ­ντα­ξη του «Λε­ξι­κού των βαυα­ρι­κών και αυ­στρια­κών δια­λέ­κτων». Επι­στρέ­φο­ντας στα η­μιυ­πό­γεια της Ακα­δη­μίας, άρ­χι­σε α­πό την κρη­τι­κή λο­γο­τε­χνία των χρό­νων της ε­νε­το­κρα­τίας.


Στον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο του, διά­βα­ζε Ίω­να Δρα­γού­μη στα τρα­πε­ζά­κια της «Αί­γλης» του Ζαπ­πείου. Εκεί σύ­χνα­ζαν α­ρι­στε­ροί δια­νοού­με­νοι, ό­πως ο Αση­μά­κης Παν­σέ­λη­νος. Και πα­λαιό­τε­ρα, στα Χα­νιά, έ­κα­νε πα­ρέα με νέ­ους ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου ι­δε­ο­λο­γι­κού φά­σμα­τος. Κά­πως έ­τσι, α­πέ­κτη­σε κι αυ­τός το συ­νο­δευ­τι­κό του “φά­κε­λο”. Όταν, το 1935, ζή­τη­σε μια δεύ­τε­ρη υ­πο­τρο­φία για σπου­δές στο ε­ξω­τε­ρι­κό, πα­ρά τις ά­ρι­στες συ­στά­σεις, που εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει, η αί­τη­σή του α­πορ­ρί­φθη­κε. Η τό­τε πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση ευ­νοού­σε τους συ­κο­φά­ντες, που τον κα­τη­γό­ρη­σαν πως ή­ταν μέ­λος “της υ­πό τον Γλη­νόν κο­μου­νι­στι­κής Φοι­τη­τι­κής Συ­ντρο­φιάς”. Το 1938, που τε­λι­κά πή­ρε την υ­πο­τρο­φία, χρειά­στη­κε να συ­να­ντη­θεί αυ­το­προ­σώ­πως με τον δια­βό­η­το υ­φυ­πουρ­γό α­σφα­λείας Κων­στα­ντί­νο Μα­νια­δά­κη, τον ο­ποίο και α­να­γκά­στη­κε να ξα­να­ε­πι­σκε­φτεί, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, για το διο­ρι­σμό του ως διευ­θυ­ντής του Με­σαιω­νι­κού Αρχείου. Το 1940, ό­μως, με την κή­ρυ­ξη του πο­λέ­μου, δεν κα­τόρ­θω­σε να α­πο­τρέ­ψει τη με­τα­φο­ρά του σε στρα­τό­πε­δο κο­μου­νι­στών στρα­τιω­τών στην Τρί­πο­λη Αρκα­δίας. Ενώ, ως ι­τα­λο­μα­θής, προο­ρι­ζό­ταν για το Μέ­τω­πο, πα­ρέα με τον Γιάν­νη Μπε­ρά­τη και τον Κα­ψω­μέ­νο. Κα­τά τα άλ­λα, έ­κα­νε και ο Κρια­ράς το τα­ξί­δι με το «Μα­τα­ρό­α», το φθι­νό­πω­ρο του 1945, μα­ζί με τους α­ρι­στε­ρών φρο­νη­μά­των υ­πό­τρο­φους του γαλ­λι­κού κρά­τους. Αυ­τός, α­πό σπό­ντα, χά­ρις σε έ­να υ­πό­λοι­πο υ­πο­τρο­φίας α­πό το 1939.


Τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, με τίτ­λο, «Με­λε­τή­μα­τα πε­ρί τας πη­γάς του Ερω­το­κρί­του», την υ­πέ­βα­λε το 1938 στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή Αθη­νών και α­ρί­στευ­σε. Ωστό­σο, άρ­γη­σε να κα­τα­λά­βει πα­νε­πι­στη­μια­κή έ­δρα. Υπέ­βα­λε, εις μά­την, υ­πο­ψη­φιό­τη­τα το 1939 για ε­πί­κου­ρος στην έ­δρα νεό­τε­ρης και με­σαιω­νι­κής ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στην Αθή­να, το 1944, για την έ­δρα νέ­ας ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και πά­λι, για την ί­δια έ­δρα, το 1948. Τε­λι­κά, την έ­δρα κα­τέ­λα­βε ο Λί­νος Πο­λί­της. Η πε­ρί­πτω­ση θυ­μί­ζει ό­σα γρά­φα­με πρό­σφα­τα, με α­φορ­μή τις λο­γο­τε­χνι­κές βρα­βεύ­σεις, το­νί­ζο­ντας πως α­πέ­χει ο γιος του Σο­λω­μού α­πό το γιο του Λά­μπρου, υ­πη­ρέ­τη του Σο­λω­μού. Ο τό­τε κα­θη­γη­τής της Σχο­λής Μι­χαήλ Λά­σκα­ρις έ­γρα­φε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στον Κρια­ρά: «Τον υιόν του Πο­λί­του ποιος θα τον κα­τα­ψη­φί­σει;»
Κα­τό­πιν πιέ­σεων, ο Κρια­ράς υ­πέ­βα­λε υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για την έ­δρα της βυ­ζα­ντι­νής φι­λο­λο­γίας στο Αρι­στο­τέ­λειο, ό­που και ε­κλέ­χτη­κε. Και πά­λι, ό­μως, λό­γω “φα­κέ­λου”, μια και αυ­τά συμ­βαί­νουν το σω­τή­ριον έ­τος 1950, άρ­γη­σε να δη­μο­σιευ­τεί ο διο­ρι­σμός του. Εν τέ­λει, α­πο­λύ­θη­κε α­πό το α­πρι­λια­νό κα­θε­στώς στις 15.1.1968. Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, σε έ­να με­γά­λο μέ­ρος της αυ­το­βιο­γρα­φίας, πρω­τα­γω­νι­στεί το Λε­ξι­κό με­σαιω­νι­κής δη­μώ­δους γραμ­μα­τείας, το έρ­γο ζωής του Κρια­ρά. Ενώ, στο βίο του, ή­δη α­πό τα φοι­τη­τι­κά του χρό­νια, στέ­κε­ται δί­πλα του η κα­θη­γή­τρια ψυ­χο­τε­χνι­κής και παι­δα­γω­γι­κής Αι­κα­τε­ρί­νη Στρι­φτού. Γεν­νη­μέ­νοι και οι δυο το 1906, πα­ντρεύ­τη­καν στις 8 Μαρ­τίου 1936 και έ­μει­ναν μα­ζί μέ­χρι το θά­να­τό της, την 1η Μαΐου 2000. Κα­θό­λου τυ­χαία, τα ε­πό­με­να ο­κτώ χρό­νια, που κα­λύ­πτει η αυ­το­βιο­γρα­φία, τα α­πο­κα­λεί “χρό­νια ε­πι­βίω­σης”. Συ­νο­ψί­ζο­ντας την συ­νο­λι­κή ε­ντύ­πω­ση α­πό το βι­βλίο, δυο τι­νά θα πρέ­πει να συμ­βαί­νου­ν: Εί­τε ο Κρια­ράς εί­ναι τέ­ρας μνή­μης εί­τε το συ­γκε­κρι­μέ­νο “α­γώ­νι­σμα” της βιο­γρα­φι­κής διή­γη­σης το έ­κα­νε συ­στη­μα­τι­κά και με ι­διαί­τε­ρη ε­πι­μέ­λεια. Ού­τως ή άλ­λως, και τα δυο συ­νι­στούν βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου του…»

 

 

 

Ο βίος και η πολιτεία του Εμμανουήλ Κριαρά (2)

 

Από την αυτοβιογραφία του Εμμανουήλ Κριαρά

«Πραγματώσεις και όνειρα, σταθμοί μιας πορείας», Ιανός 2001

 

Εμμανουήλ Κριαράς«Γεννήθηκα στον Πειραιά το 1906. Τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα στον Αδάμαντα της Μήλου. Ολοκλήρωσα τα μαθήματα της δημοτικής και της μέσης εκπαίδευσης στα Χανιά της Κρήτης κατά τα χρόνια 1914-1924. Σπούδασα φιλολογία στην Αθήνα στα χρόνια 1924-1929 και αργότερα στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (1930) και του Παρισιού (1938-1939 και 1945-1948). Αναπολώντας τα γεγονότα μιας μακράς ζωής προσπαθώ να κατανοήσω ουσιαστικότερα τι ακριβώς είναι αποτυχία ή επιτυχία στη ζωή· ακόμη τι είναι αγαθή ή δυσμενής συγκυρία που παίρνει το χαρακτηρισμό της επιτυχίας ή της αποτυχίας (...).

 

Δε θα χαρακτήριζα, εγώ τουλάχιστον, ατυχία της ζωής μου το ότι δε γεννήθηκα σε εύπορη οικογένεια. Καταλαβαίνω ότι πολύ συχνά η ευημερία δεν είναι καλή προϋπόθεση για την πρόοδο και την προκοπή του νέου ανθρώπου. Νομίζω οπωσδήποτε ότι το περιβάλλον στο οποίο βρέθηκα με τη γέννησή μου και ειδικότερα οι οικογενειακές μου συνθήκες δε με άφησαν να «αποκοιμηθώ» και να αμεριμνήσω, στηριζόμενος σε δυνάμεις και δυνατότητες που αντικειμενικά δεν υπήρχαν. Με τις προϋποθέσεις ακόμη αυτές τα μαθητικά μου χρόνια πέρασαν ομαλά στο χώρο της μάθησης και με ικανοποιητικές μάλιστα αποδόσεις. Ορισμένοι παράγοντες και ορισμένες προϋποθέσεις που προϋπήρξαν συνετέλεσαν ώστε να αναδεικνύομαι ένας μεταξύ των πρώτων κατά τα μαθητικά μου χρόνια. Ορισμένα εξωσχολικά διαβάσματα και επιδράσεις ορισμένων διδασκάλων μου βοήθησαν ώστε τελειώνοντας το γυμνάσιο στα Χανιά να έχω, πρόωρα ίσως, αποκρυσταλλώσει συγκεκριμένη ιδεολογία και στο γλωσσικό, που από παλιότερα απασχολούσε τη διανόηση της εποχής μας, και σε άλλα κοινωνικά και φιλοσοφικά θέματα. Παράλληλα διαπίστωνα ότι οι όποιες ικανότητές μου και τα όποια πνευματικά μου ενδιαφέροντα μού καλλιεργούσαν την έφεση να σπουδάσω φιλολογία, ενώ η οικονομική κατάσταση της οικογένειας δε με ευκόλυνε να πραγματοποιήσω το διακαή πόθο μου για τη φιλολογική επιστήμη. Ομως ο από μηχανής θεός δεν άργησε να φανεί. Στο σημείο αυτό θέλω να δηλώσω την ευγνωμοσύνη μου σε δύο δασκάλους μου της μέσης εκπαίδευσης: τον Εμμανουήλ Γενεράλι, που μου δίδαξε την ελληνική γλώσσα, και τον Ιωάννη Μοσχόπουλο, που μου άνοιξε τους πνευματικούς μου ορίζοντες.

 

Η επανάσταση του Πλαστήρα (1922-23), διαπιστώνοντας ότι ελάχιστοι νέοι παρουσιάζονταν τότε πρόθυμοι να σπουδάσουν φιλολογία, φυσικά και μαθηματικά, είχε αποφασίσει να ιδρύσει οικοτροφείο που θα παρείχε σίτιση και στέγαση σε νέους που θα ήθελαν να σπουδάσουν τις παραπάνω επιστήμες. Τη λειτουργία ενός τέτοιου ιδρύματος (του Ακαδημαϊκού Οικοτροφείου, όπως ονομάστηκε) την πραγματοποίησε η πρώτη δημοκρατική κυβέρνηση, η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου (1924). Είχε τότε δοθεί από το υπουργείο παιδείας η εντολή στους κατά τόπους συλλόγους καθηγητών των γυμνασίων να επιλέξουν ανάμεσα στους αποφοίτους τους εκείνους που θα ξεχώριζαν στις επιδόσεις τους και θα επιθυμούσαν να σπουδάσουν μια από τις επιστήμες που ανέφερα προηγουμένως. Από το γυμνάσιό μου τρεις νέους ξεχώρισε ο σύλλογος των καθηγητών: το Στέλιο Καψωμένο, το Νίκο Τωμαδάκη και το Μανόλη Κριαρά. Ετσι μου δόθηκε η ευκαιρία να ικανοποιήσω τον πόθο μου και να σπουδάσω τη φιλολογική επιστήμη.

 

Στο σημείο αυτό θα μπορούσα να δώσω μια γενική εικόνα της πνευματικής ατμόσφαιρας της Σχολής, στην οποία φοιτούσα, χαρακτηρίζοντας συνάμα και τη νοοτροπία ορισμένων τουλάχιστον δασκάλων μου στους φιλολογικότερους κλάδους που μπορούσαν να μας επηρεάσουν. Εχω και άλλοτε διατυπώσει εντυπώσεις σχετικές και κρίσεις. Συνοπτικά εδώ σημειώνω ότι εμείς τα παιδιά δεν ήμασταν ασφαλώς σε θέση να κρίνομε ακριβοδίκαια τους δασκάλους μας σε επιστημονικό επίπεδο, όμως μερικοί από μας μπορούσαμε να κρίνομε τη γενικότερη πνευματική τους νοοτροπία, καθώς εμείς είχαμε ήδη προσανατολιστεί προς ορισμένες ιδεολογίες. Διαπιστώναμε λοιπόν το κατεξοχήν συντηρητικό πνεύμα (ιδίως στο χώρο του γλωσσικού ζητήματος) που χαρακτήριζε τους περισσότερους από τους καθηγητές της Σχολής. Λίγοι ξεχώριζαν από τη γενική κατεύθυνση. Ο Παναγής Λορεντζάτος π.χ. στάθηκε θαρραλέος υπερασπιστής της δημοτικής γλώσσας (απομακρύνθηκε μάλιστα από τη Σχολή κατά τις πρόσκαιρες και βιαστικές απολύσεις μετά το κίνημα του 1935). Και άλλοι νεότεροι καθηγητές της Σχολής, ο Κωνσταντίνος Αμαντος, ο Νίκος Βέης, ο Γεώργιος Αναγνωστόπουλος, έφεραν κάποιαν ανανέωση της γλωσσικής νοοτροπίας της Σχολής, που ορισμένους από μας μας απογοήτευε. Και ο Σ. Κουγέας, παλιότερος καθηγητής μας, ενίσχυε το δημοτικισμό μας με την ανεκτικότητα και την ανεξιγλωσσία που έδειχνε. Θα σημείωνα επιπροσθέτως ότι στα 1926 η δικτατορία Παγκάλου για λόγους «αιματηρών οικονομιών», όπως έλεγαν τότε, μεταξύ άλλων μέτρων αποφάσισε την κατάργηση του λιγόζωου Ακαδημαϊκού Οικοτροφείου. Πάλι μου προβαλλόταν νέο εμπόδιο για να συνεχίσω τις σπουδές μου, που βρίσκονταν ακόμη στο μέσον τους. Ομως και πάλι από την εύνοια των περιστάσεων το προσωπικό μου πρόβλημα βρίσκει τη λύση του. Η υποχρέωσή μου να εκτελέσω τότε τη στρατιωτική θητεία μου στο πολεμικό ναυτικό (ήμουν γιος ναυτικού) διευκόλυνε τη συνέχιση των σπουδών μου. Υπηρετώ για ένα εξάμηνο σε πολεμικό πλοίο, αργότερα όμως μετατίθεμαι στο υπουργείο ναυτικών (το μέγαρό του πολύ κοντά στο πανεπιστήμιο) και τώρα με συγκατάθεση των προϊσταμένων της υπηρεσίας μου παρακολουθώ κατά το δυνατόν τα μαθήματά μου στο πανεπιστήμιο. Η απόλυσή μου από το ναυτικό (το Μάιο του 1928) συμπίπτει με το τέλος της παρακολούθησης των μαθημάτων στο πανεπιστήμιο. Αποκτώ το πτυχίο της φιλολογίας το φθινόπωρο του 1929.

 

Ως προς τις περαιτέρω σπουδές μου στο εξωτερικό σημειώνω ότι αναβλήθηκαν πρώτα πρώτα εξαιτίας του γεγονότος ότι αμέσως μετά τις βασικές μου πανεπιστημιακές σπουδές έγινε η πρόσληψή μου ως συνεργάτη στο τότε (1930) ιδρυμένο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών και πριν απ' αυτήν η ολιγόμηνη σχετική με το έργο του Αρχείου μετεκπαίδευσή μου στο Μόναχο (πανεπιστήμιο - καθηγητής August Heisenberg - Θησαυρός της λατινικής γλώσσας). Κατόπιν επηρέασε το χρόνο έναρξης της μετεκπαίδευσης στο εξωτερικό το γεγονός ότι εξαιτίας των δημοτικιστικών μου αντιλήψεων συκοφαντήθηκα και στην επιτροπή παροχής υποτροφιών (Σταθάτειο κληροδότημα) και στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Τρίτον, από το γεγονός της έναρξης του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου (1939) που με ανάγκασε, διακόπτοντας τις περαιτέρω σπουδές μου στη Γαλλία, να επιστρέψω στην Ελλάδα. Ετσι σε προχωρημένη για σπουδαστή ηλικία κατόρθωσα να συνεχίσω ανεμπόδιστα πια τις περαιτέρω σπουδές μου στην αλλοδαπή μετά το τέλος του πολέμου (Μάιος του 1945 - Απρίλιος του 1948). Κατά την περίοδο αυτήν και μετά την ανακήρυξή μου σε διδάκτορα από τη Φιλοσοφική της Αθήνας (φθινόπωρο του 1938) με διατριβή σχετική με τις πηγές του Ερωτόκριτου προετοίμαζα τον εαυτό μου για μια ακαδημαϊκή σταδιοδρομία για τη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας, παλαιότερης και νεότερης, παρακολουθώντας όχι μόνο μαθήματα νεοελληνικής και μεσαιωνικής λογοτεχνίας (καθηγητές Andre Mirambel, Rodolphe Guilland, Alphonse Dain και άλλους), αλλά και μαθήματα συγκριτικής γραμματολογίας (καθηγητές Jean-Marie Carre, Paul Hazard, Paul van Tieghem). Επίσης ενδιαφερόμουν να κατατοπιστώ στη μεθοδολογία έρευνας των νεότερων λογοτεχνιών και μάλιστα της γαλλικής λογοτεχνίας. Το θέμα της διδακτορικής εργασίας μου, που σχετίζεται με έρευνα λογοτεχνικών πηγών, με παρακίνησε να ενδιαφερθώ ειδικότερα για τη συγκριτική γραμματολογία έχοντας τη γνώμη ότι ο τελευταίος αυτός κατατοπισμός θα με βοηθήσει στο μέλλον να ερευνήσω συστηματικότερα θέματα της νέας ελληνικής φιλολογίας. Είχα μάλιστα συλλέξει πλούσιο ερευνητικό υλικό για τη συγγραφή διδακτορικής διατριβής (doctorat d' etat), γαλλικά συγκροτημένης με τίτλο: «Les idees litteraires en Grece au XIXe siecle et l' influence francaise». Την ολοκλήρωση της μελέτης ματαίωσε η αποτυχία μου να εκλεγώ καθηγητής της νέας ελληνικής φιλολογίας το 1948 στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και η μεταγενέστερη εκλογή μου το 1950 σε έδρα όχι της άμεσης προτίμησής μου ­ την έδρα της βυζαντινής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που με κράτησε, εν μέρει τουλάχιστον, μακριά από τις έρευνές μου της νέας ελληνικής λογοτεχνίας, μου έδωσε όμως την ευκαιρία να αποφασίσω τη σύνταξη του μεσαιωνικού λεξικού μου.

 

Στο σημείο αυτό μου παρέχεται η ευκαιρία να πω λίγα λόγια για το δημοτικισμό μου και τις σχετικές μ' αυτόν προσπάθειές μου. Δημοτικιστής ήμουν ήδη από τα τελευταία μαθητικά μου χρόνια στο γυμνάσιο (1923 και εξής). Η δημοτικιστική μου ιδεολογία με τον καιρό γινόταν συνεπέστερη και πιο ολοκληρωμένη. Ομως καθαρά επιστημονικά μου δημοσιεύματα, μικρότερα ή εκτενέστερα, έβλεπαν το φως διατυπωμένα σε καθαρεύουσα, μια και δε γίνονταν δεκτά σε επιστημονικά περιοδικά αν ήταν γραμμένα σε δημοτική γλώσσα. Από τα χρόνια της Κατοχής η συχνότητα της ανάγκης για αντίσταση κατά του κατακτητή ήταν για πολλούς φυσικό να συνδυαστεί με την ανάγκη να αναληφθεί αγώνας και τότε και αργότερα για κάποιο κοινωνικό μετασχηματισμό, που βέβαια θα έφερνε και μια πιο ικανοποιητική ρύθμιση των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων. Οι σκέψεις αυτές οδηγούσαν σε ένα μαχητικότερο δημοτικισμό και στο γενικότερο αγώνα για αντίσταση κατά του κατακτητή. Και εγώ, καθώς και οι συνάδελφοί μου στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης, όταν έγινα μέλος της, και στο πλαίσιο των μαθημάτων μας και στις άλλες εξωπανεπιστημιακές πνευματικές εκδηλώσεις μας διακηρύσσαμε το δημοτικισμό μας…»

 

 

Η συγγραφική παρουσία του Εμμανουήλ Kριαρά

 

Επί εβδομήντα χρόνια ο Εμμανουήλ Kριαράς (Πειραιάς, 1906) καλλιεργεί πολύ αποδοτικά τη φιλολογική έρευνα, με κύρια χαρακτηριστικά του έργου του τα δημώδη μεσαιωνικά ελληνικά κείμενα, τη μελέτη των πηγών (συγκριτική μέθοδος), τη νεοελληνική γλώσσα, τον Δημοτικισμό και την αντίστοιχη λεξικογραφία και όλα αυτά με πληθώρα έργων, με νηφάλιο τρόπο και με σεβασμό στην αντίθετη γνώμη. Χονδρικά μπορούμε να διακρίνουμε δύο μεγάλες κατηγορίες συγγραφών του: α) φιλολογική, γλωσσική και λεξικογραφική έρευνα σε δημώδη μεσαιωνικά ελληνικά κείμενα και β) αντίστοιχη έρευνα σε νεοελληνικά κείμενα.

 

Α. Στην πρώτη κατηγορία έχουμε τις ακόλουθες ενότητες:

 

1) Kριτική έκδοση και ερμηνεία κειμένων:

Γεωργίου Χορτάτση, Πανώρια, Θεσσαλονίκη 1975 (είχε εκδοθεί ως Γύπαρις κτλ., Αθήναι 1940),

[Πέτρος] Kατσαΐτης, Ιφιγένεια-Θυέστης-Kλαθμός Πελοποννήσου, Αθήνα 1950.

Βυζαντικά ιπποτικά μυθιστορήματα [Kαλλίμαχος και Χρυσορρόη, Βέλθανδρος και Χρυσάτζα, Φλώριος και Πλάτζια-Φλώρα, Ιμπέριος και Μαργαρώνα], Αθήναι 1955.

Ανακάλημα της Kωνσταντινόπολης κτλ. [είναι θρήνος για την Αλωση], β' έκδοση, Θεσσαλονίκη 1965 (α' έκδοση 1956).

 

2) Μικρότερες μελέτες για τη δημώδη μεσαιωνική ελληνική γραμματεία και γλώσσα. Εχουν συγκεντρωθεί σε δύο επιβλητικούς τόμους με τίτλο Μεσαιωνικά Μελετήματα. Γραμματεία και γλώσσα, Θεσσαλονίκη 1988 (=81 μελετήματα με πολλά ευρετήρια).

 

3) Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), τόμοι Α'-ΙΔ', Θεσσαλονίκη 1969-1997 (α-παραθήκη). Πρόκειται για έργο πραγματικά σπουδαίο, καύχημα της ελληνικής επιστήμης διεθνώς αναγνωρισμένο. Δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο Kριαράς (Γλωσσοφιλολογικά κτλ., Θεσσαλονίκη 2000, σ. ι'), προβλέπεται ότι θα ολοκληρωθεί από το «Kέντρο Ελληνικής Γλώσσας» (KΕΓ) της Θεσσαλονίκης, στο οποίο έχει παραχωρήσει το σύνολο των αρχείων του Λεξικού του.

 

Β'. Στη δεύτερη κατηγορία έχουμε πλήθος βιβλίων, μελετών, παρεμβάσεων και άρθρων, στα οποία η έρευνα του Kριαρά έχει σταθερόν άξονα τα πρόσωπα και τα πράγματα του Δημοτικισμού, τα συναφή θέματα ιστορίας του Γλωσσικού Ζητήματος, τη λεξικογράφηση και την ορθή χρήση της νεοελληνικής γλώσσας. Η ενασχόλησή του με τα θέματα αυτά γίνεται πυκνότερη μετά την αναγνώριση της Δημοτικής από την Πολιτεία το 1976. Μπορούμε και εδώ να διακρίνουμε, χονδρικώς πάντοτε, τις ακόλουθες ενότητες:

 

1) Βιβλία για εξέχουσες προσωπικότητες του Δημοτικισμού:

Διονύσιος Σολωμός. Ο βίος - Το έργο, Αθήνα 1972 (α' έκδοση, Θεσσαλονίκη 1957).

Ψυχάρης. Ιδέες-αγώνες-ο άνθρωπος, Αθήνα 1981 (α' έκδοση, Θεσσαλονίκη 1959).

Kωστής Παλαμάς. Ο αγωνιστής του Δημοτικισμού και η κάμψη του, Αθήνα 1997.

Ελισαίος Γιανίδης, ο νηφάλιος, Θεσσαλονίκη 1999.

 

2) Μικρότερες μελέτες για το Δημοτικισμό, που έχουν συγκεντρωθεί σε τόμους:

Φιλολογικά Μελετήματα, 19ος αιώνας, Αθήνα 1979. (Σολωμός, Βηλαράς, Kάλβος, Ψυχάρης, Kονεμένος, Tommaseo).

Πρόσωπα και θέματα από την ιστορία του Δημοτικισμού, τόμος Α', Αθήνα 1986. (Ροΐδης, Βλάχος, Kονεμένος, Βερναρδάκης, Πάλλης, Παλαμάς, Τριανταφυλλίδης, Βενιζέλος).

Λόγιοι και Δημοτικισμός, Αθήνα 1987. (Σταθμοί του Γλωσσικού Ζητήματος, Γλωσσική κακοδαιμονία, ο «Λόγος» της Πόλης, Συκουτρής, Γληνός, Ι. Kακριδής, Ν. Ανδριώτης, Πέτρος Χάρης, μονοτονικό σύστημα ορθογραφίας κ.ά.).

Η γλώσσα μας. Παρελθόν και παρόν, Θεσσαλονίκη 1992. (Ιστορικά του Δημοτικισμού: Ψυχάρης, Αμαντος, Τριανταφυλλίδης, Βάρναλης, Αποστολάκης, Kουντουράς, Φώτος Πολίτης, Ι. Θ. Kακριδής, Δημαράς, Λίνος Πολίτης, Τσοπανάκης, Πρεβελάκης, Νίκος Σβορώνος, Σταμάτης Kαρατζάς κ.ά. Προβλήματα της σύγχρονης γλώσσας. Το μονοτονικό κ.ά. διάφορα = 82 θέματα -ογκώδης τόμος με πολλά ευρετήρια).

Θητεία στη γλώσσα, Αθήνα 1998. (Αλλες μελέτες για πρόσωπα και πράγματα του Δημοτικισμού: Ξενόπουλος, Φωτιάδης, Χρηστίδης, Kαζαντζάκης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ελύτης, Στυλιανός Αλεξίου, Τσοπανάκης, Μπαμπινιώτης, Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης, Μικρά γλωσσικά, Αναμνήσεις, Διάφορα = 44 θέματα -ωραίος τόμος με αναλυτικά ευρετήρια).

Γλωσσοφιλολογικά: Υστερο Βυζάντιο - Νέος Ελληνισμός, Θεσσαλονίκη 2000. (Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Ερωτόκριτος, Μοισιόδακας, Πέτρος Kατσαΐτης, Πάλλης, Τριανταφυλλίδης, Kαζαντζάκης, Βάρναλης κ.ά. Γλωσσικά και λεξικογραφικά άρθρα και σημειώματα = 110 θέματα -επιβλητικός τόμος με πολλά ευρετήρια).

 

3) Μελέτες και άρθρα για την ορθή χρήση της Δημοτικής (συγκεντρωμένα σε τόμους):

Αρθρα και σημειώματα ενός δημοτικιστή, Θεσσαλονίκη 1979.

Η σημερινή μας γλώσσα. Μελετήματα και άρθρα, Θεσσαλονίκη 1984.

Τα πεντάλεπτά μου στην ΕΡΤ και άλλα γλωσσικά, Θεσσαλονίκη 1988 (α' έκδοση, 1987). Είναι οι εκπομπές του στην τηλεόραση για την ορθή χρήση της Δημοτικής.

 

4) Νέο Ελληνικό Λεξικό της Σύγχρονης Δημοτικής Γλώσσας, Αθήνα 1995. Οπως το πολύτομο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669) αποτελεί απόσταγμα (και επιστέγασμα) των μεσαιωνικών μελετών του Kριαρά, έτσι και το σύντομο Λεξικό της Σύγχρονης Δημοτικής είναι ώριμος καρπός της πολύχρονης αναστροφής του με τη Νεοελληνική γλώσσα (ιδίως εκείνην του Δημοτικισμού) και αποτελεί εγκυρότατο λεξικό πολλαπλών χρήσεων.

 

5) Ο Εμμανουήλ Kριαράς είναι σήμερα ο πρωτεργάτης του μονοτονικού συτήματος ορθογραφίας για τη Νεοελληνική γλώσσα (παλαιότερα ήταν ο Ι. Θ. Kακριδής - Η δίκη των τόνων, 1943). Το σύστημα αυτό έχει επιβληθεί και νομοθετικά από την Πολιτεία στα σχολεία και στη Διοίκηση (απόφαση της Βουλής των Ελλήνων, 11/12 Ιανουαρίου 1982). Πολλοί όμως άνθρωποι της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών, έγκριτοι καθ' όλα και οπαδοί του Δημοτικισμού και των ιδεών του, δεν είναι πρόθυμοι να δεχθούν την τονική αυτή μεταρρύθμιση (για λόγους επιστημονικούς και ιστορικούς) και συνεχίζουν το παραδοσιακό σύστημα οθογραφίας. Αλλά σταματώ εδώ, γιατί το ζήτημα δεν είναι όσο φαίνεται απλό, και απαιτεί ευρύτερη ανάπτυξη.

 

Η μακρά και αδιάκοπη ενασχόλησή του Εμμανουήλ Kριαρά με τη μεσαιωνική και τη νεοελληνική γλώσσα οφείλεται στην ακλόνητη πίστη του στο Kίνημα του Δημοτικισμού, στο οποίο εντάχθηκε από νέος. Το Kίνημα του Δημοτικισμού ήταν αίτημα πνευματικό και γενικότερα ανανεωτικό για τη νεοελληνική κοινωνία -και ο Kριαράς το υπηρέτησε μαχητικά και το μελέτησε δημιουργικά απ' όλες τις πλευρές του: τη λογοτεχνική, την εκπαιδευτική, την επιστημονική και την κοινωνική. Αυτή η μεγάλη προσφορά του στον τόπο αναγνωρίζεται απ’ όλους και τον τιμά με ανυπόκριτο σεβασμό και βαθύτατη εκτίμηση.

Από την Καθημερινή 11-03-2001

 

 

Γιώργος ΑΓΟΡΑΣΤΑΚΗΣ

 

SOCIAL MEDIA

Επισκευθείτε τη σελίδα μου στο FacebookΑκολουθείστε τη σελίδα μου στο TwitterΕπισκευθείτε τη σελίδα μου στο Google Plus

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ

Συνδέεστε μαζί μας

TWEETS ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

www.mikis-crete.gr