Skip to content

Ιστόλογος

Αρχή Αρχείο Πολιτισμός, Ιστορία Άλκηστις Αγοραστάκη
Άλκηστις Αγοραστάκη

Σύμβολο ευψυχίας, ηρωισμού και αυτοθυσίας

Τις ημέρες αυτές (Δεκέμβρης 2011) συμπληρώθηκαν 45 χρόνια από το ναυάγιο του "Ηρακλείου" στις 8 Δεκεμβρίου 1966 στη Φαλκονέρα. Η Ακαδημία Αθηνών, συγκινημένη από το μεγαλείο της θυσίας της Άλκηστις Αγοραστάκη, αποφάσισε να την τιμήσει σε πανηγυρική συνεδρίασή της στις 28 Δεκεμβρίου 1967, αποδίδοντας την τιμή στην οικογένεια της. Ο πανηγυρικός λόγος εκφωνήθηκε από τον Ακαδημαϊκό Ηλία Βενέζη. Στην μνήμη της αλησμόνητης Άλκηστις, δημοσιεύουμε εδώ αποσπάσματα του λόγου του Ακαδημαϊκού Βενέζη:

"Κάθε χρόνο, παραμονές του Νέου Έτους, το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της Χώρας, η Ακαδημία Αθηνών, σε μια πανηγυρική συνεδρία μεγίστης λάμψεως, επί παρουσία της Ηγεσίας του Έθνους, απονέμει τα βραβεία της για τα καλύτερα έργα του πνεύματος και τας αρίστας ανθρωπίνους πράξεις που έγιναν στην Ελλάδα τον διαρρεύσαντα χρόνο.

Εσχάτως, στην συνεδρία της 28ης Δεκεμβρίου, ο Γενικός Γραμματέας της Ακαδημίας Αθηνών ανήγγελλε:

"Μετά πρότασιν της Τάξεως των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Ακαδημίας και μετ' απόφασιν της Ολομέλειας, απονέμεται μεταθανατίως το μετάλλιον της Ακαδημίας εις την Άλκηστιν Αγοραστάκη, δια πράξεις εξαιρετικού ηρωισμού και αυτοθυσίας. Η Αγοραστάκη, τελειόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκτιμώμενη τα μέγιστα υπό της κοινωνίας της πόλεως των Χανίων δια το εξαίρετο ήθος της και τον χαρακτήρα της, ευρέθη μεταξύ των επιβατών του οχηματαγωγού "Ηράκλειον" κατά το ναυάγιον αυτού εις τα ύδατα της Φαλκονέρας, την τρομεράν εκείνη νύχτα της 8ης Δεκεμβρίου του παρελθόντος έτους. Παλαίσασα με τα κύματα και αψηφήσασα τον επικείμενον κατ' αυτής κίνδυνον συνετέλεσε δια των παραινέσεων και ενεργειών της εις την διάσωσιν ετέρων ναυαγών. Εξαντληθείσα, όμως, η ιδία εκ της πολύωρου πάλης προς τα στοιχεία της φύσεως, δεν ηδυνήθη τελικώς να σωθή. Η θυσία της είχε βαθυτάτην απήχησιν εις το λαϊκόν αίσθημα εν Κρήτη και κατέστησεν αυτήν σύμβολον ευψυχίας και σπανίου χριστιανικού αλτρουισμού".

Ας παρακολουθήσουμε από τις αφηγήσεις των ναυαγών που επέζησαν τα συμβάντα εκείνης της θαλασσινής τραγωδίας του Κρητικού Πελάγους:

7 Δεκεμβρίου 1966. Το οχηματαγωγό "Ηράκλειον", κατάφορτο από αυτοκίνητα, επιβάτες και εμπορεύματα απέπλευσε από τον όρμο της Σούδας. Ώρα 7.30 βράδυ. Δυνατός κυματισμός και άνεμος ισχυρός άρχισε να δέρνει το μεγάλο πλοίο, μόλις βγήκε από τον όρμο. Σφύριζαν τα ξάρτια, βούιζε το πέλαγο, καθώς ερχόταν και χτυπούσε τις μάσκες του πλοίου.

Ο επιβαίνων στο "Ηράκλειον" Δημήτρης    Μαυράκης, ετών 22, ραδιοτηλεγραφητής αφηγείται: "Περασμένα     μεσάνυχτα, ενώ κοιμόμουν ακούω μιαν απελπισμένη φωνή:

- Βυθιζόμαστε!

Κι άλλη φωνή, κι άλλες φωνές, γεμάτες πανικό:

- Βυθιζόμαστε! Χανόμαστε! Παναγία μου!

Οι γυναίκες ολόλυζαν, σέρνοντας τα παιδιά τους, γυρεύοντας τους άντρες τους, τους γιους τους.

- Νικολή!

- Μαρία!

- Άννα!

Ακούγοντας τις φωνές "Βυθιζόμαστε" πετάχτηκα από την καμπίνα μου τρέχοντας. Ανέβαινα στο σαλόνι όταν ένα καμπανάκι άρχισε να χτυπά συναγερμό. Όλο το πλοίο τώρα ήταν πια γεμάτο από τις κραυγές των γυναικών και των παιδιών και των ανδρών. Φτάνοντας στο σαλόνι γαντζώθηκα στην αντίθετη πλευρά από εκείνη που το πλοίο έγερνε καθώς βυθιζόταν. Εκεί είδα την Άλκηστη Αγοραστάκη".

Την ίδια δραματική στιγμή αφηγείται, με τον δικό του τρόπο, ο θαλαμηπόλος (Ηλίας Κουκουνάκης) της Τουριστικής θέσεως:

"Είχα υπηρεσία ως τας 22 της 7ης Δεκεμβρίου. Όταν τελείωσα τη βάρδια μου πήγα και κοιμήθηκα στην καμπίνα μας. Θα ήταν περασμένη μία μετά τα μεσάνυχτα όταν μπήκε κλαίγοντας στην καμπίνα ο Δημήτρης Καστανάκης, απ' το Καστέλι Κισάμου λέγοντας:

- Βυθιζόμαστε! Τί κάθεστε; Χανόμαστε!

Καθώς συνέφερνα απ' τον ύπνο κατάλαβα πως το πλοίο είχε πάρει μεγάλη κλίσι προς τα δεξιά. Έσπρωξα να ξυπνήσω τον Καλογιάννη που έμενε στην ίδια καμπίνα μ' εμένα, κι έτρεξα όπως ήμουν μισόγυμνος, προς το μεσόδομο της τουριστικής θέσεως. Εκεί είδα κόσμο που έτρεχε προς το άνω κατάστρωμα των λέμβων.

Γυναίκες έξαλλες και παιδιά ήταν μαζεμένα στο μεσόδομο κλαίοντας και παρακαλώντας το Θεό. Η εικόνα του τρόμου που είδα δεν περιγράφεται...".

Ο νέος ραδιοτηλεγραφητής αφηγείται τη συνέχεια του δράματος του "Ηρακλείου", όπως το έζησε:

"Καθώς το πλοίο βυθιζόταν είδα την Άλκηστη Αγοραστάκη. Τη θυμάμαι καλά. Την ώρα του καταποντισμού και λίγο πριν πέσομε στη θάλασσα η Άλκηστις βρισκόταν ακριβώς δίπλα μου. Την είδα που προσπαθούσε να πείσει μιαν άλλη γυναίκα πως έπρεπε να πέσει στη θάλασσα, αλλιώς δεν είχε σωτηρία.

- Πέσε! Πέσε μαζί μου στη θάλασσα! Θα σε βοηθήσω!"

Συνεχίζει ο νέος ραδιοτηλεγραφητής:

"Η Άλκηστις ήταν η μόνη γυναίκα που δεν φώναζε, μήτε έκλαιγε με λυγμούς, όπως οι άλλες. Γι' αυτό τη θυμάμαι καλά σ' εκείνη την κοσμοχαλασιά. Αποτυπώθηκε στη θύμηση μου. Μονάχα τα μάτια της ήταν δακρυσμένα και τα μαλλιά της τα έδερνε ο αγέρας...".

Η κρίσιμη στιγμή είχε έρθει. Όποιος δεν έπεφτε στη θάλασσα θα τον έπαιρνε μέσα στη δίνη του το πλοίο που βυθιζόταν. Ήταν χαμένος. Αλλά και όποιος έπεφτε μέσα σ' αυτά τα μανιασμένα παγωμένα κύματα του Δεκεμβρίου ελάχιστες ελπίδες είχε να σωθεί.

Φώναζε το κορίτσι, η Άλκηστις Αγοραστάκη, στις έντρομες γυναίκες, στους άντρες, σαν να ήταν αυτή που έπρεπε να τους κυβερνήσει όλους, να τους εγκαρδιώσει, σ' εκείνη τη δύσκολη ώρα, αφού δεν φαινόταν άλλος.

- Πέστε στη θάλασσα! Πέστε στη θάλασσα! Βυθιζόμαστε!

"Απότομα έσβησαν τα φώτα του βυθιζόμενου πλοίου. Μας τύλιξε το σκοτάδι. Τότε πέσαμε στη θάλασσα. Είδα και την Άλκηστη που έπεφτε μαζί μας. Ήξερα καλό κολύμπι. Απομακρυνόμενοι από το βυθιζόμενο σκάφος σκορπίσαμε. Ξαφνικά βρέθηκα ολομόναχος στο έλεος των κυμάτων. Για καλή μου τύχη βρήκα ένα σωσίβιο μέσα στη θάλασσα. Σαν να ερχόταν εξ ουρανού την ώρα που άρχισα να κουράζομαι. Το κρύο ήταν φοβερό. Έκανα συνεχώς κινήσεις για να μην παγώσει το αίμα μου και σταματήσει η καρδιά μου".

Αφηγείται ο θαλαμηπόλος:

"Δεν ήξερα κολύμπι. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα μπει στη θάλασσα αν και έχω γεννηθεί σε νησί και είμαι ναυτικός.  Γι αυτό δεν έπαιρνα την απόφαση να πέσω στη θάλασσα.  Έβλεπα τα κύματα που χτυπούσαν το πλοίο μας που βυθιζόταν.  Δεν ήξερα τι να κάνω.  Γύρω μου άντρες και γυναίκες κλαίγοντας ακατάπαυστα.  Μονάχα αυτή η κοπέλα δεν είχε χάσει την ψυχραιμία της.  Μέσα σ' αυτή την κοσμοχαλασιά ο καθένας νοιαζόταν για τον εαυτό του.  Αυτή διατηρώντας το θάρρος της μας έδινε οδηγίες πως να εγκαταλείψωμε το σκάφος.  Ένας-ένας οι επιβάτες γύρω μας άρχισαν να πέφτουν στη θάλασσα. 

Τα νερά είχαν φτάσει τώρα στο ύψος του καταστρώματος,  με το πλοίο ευρισκόμενο υπό κλίση προς τα δεξιά.  Προσπαθούσα να κρατηθώ γερά,  μη γνωρίζων τι έτερο να πράξω, αφού δεν ήξερα να κολυμπώ.  Οι γύρω μου εξαφανίστηκαν.  Άλλοι είχαν ριφθεί εις την θάλασσαν, άλλοι ανηρπάγησαν από τα κύματα.  Τα κύματα κατέκλυζαν με ορμή το κατάστρωμα και τα φώτα είχαν σβηστεί.  Τότε ενώ κρατιόμουνα από ένα στύλο άξαφνα με άρπαξε ένα κύμα και με πέταξε μακριά από το πλοίο, μες στην φουρτουνιασμένη θάλασσα. Εις αυτήν την ώρα της αγωνίας μου και της πάλης με τα κύματα αντιλαμβάνομαι ένα χέρι να με συγκρατεί και να με σπρώχνει σε μια σχεδία που έπλεε κοντά μας. Ήταν η σωτηρία μου.  Ήταν η κοπέλα που είχα συναντήσει νωρίτερα στο κατάστρωμα στις τελευταίες στιγμές του πλοίου. Την είδα όταν έπεσε με τους άλλους στη θάλασσα. Τώρα ήταν πλάι μου και μου έδινε το χέρι της. Το άρπαξα.. Χάρις σ' αυτήν ευρίσκομαι τώρα εν ζωή…"

Ο θαλαμηπόλος συνεχίζει

"…Βρεθήκαμε τέσσερα άτομα στη σχεδία. Τρεις άντρες και το κορίτσι. Είπαμε τα ονόματά μας και το χωριό μας.  Το κορίτσι μας είπε το όνομά της, Άλκηστη Αγοραστάκη.  Οι ώρες περνούσαν περί ώρα 10 αντελήφθην ένα αεροπλάνο της βασιλικής Αεροπορίας πετούσε φωτοβολίδες και σωσίβια.  Πολλά βαπόρια έπλεαν εκεί γύρω αλλά κανένα δεν μας έβλεπε.  Κατά το μεσημέρι αντιληφθήκαμε ότι τα πλοία είχαν φύγει.  Και μήτε αεροπλάνα πια πετούσαν από πάνω μας.  Ήταν φανερό ότι δεν μας είχαν δει.  Μήτε τα πλοία μήτε τα αεροπλάνα.  Ήταν περασμένο μεσημέρι.  Η  θαλασσοταραχή ήταν πάντα δυνατή όταν η σχέδιά μας κόπηκε στη μέση.  Εγώ κι ένας άλλος ναυαγός ο Λαγωνικάκης κρατηθήκαμε στο ένα τμήμα της σχεδίας, στο άλλο κρατήθηκε ο Μπελώνης.  Αλλά το κορίτσι η Άλκηστη,  βρέθηκε άξαφνα μακριά από τα δύο κομμάτια τη σχεδίας. Την αντιληφθήκαμε για μια στιγμή να παλεύει με τα κύματα.  Φώναζε βοήθεια.  Αλλά κανένας δεν ήταν σε θέση να τη βοηθήσει.  Και οι τρείς μας είμαστε εξαντλημένοι.  Εγώ μήτε καν ήξερα να κολυμπώ.  Έτσι το κορίτσι χάθηκε από τα μάτια μας". 

Αυτή εστάθη η δυνατή σελίδα που έγραψε μια κόρη της Κρήτης στα παγωμένα νερά του Αρχιπελάγους μας το Δεκέμβριο του 1966". 

Ηλίας Βενέζης

 

Γιώργος ΑΓΟΡΑΣΤΑΚΗΣ

 

SOCIAL MEDIA

Επισκευθείτε τη σελίδα μου στο FacebookΑκολουθείστε τη σελίδα μου στο TwitterΕπισκευθείτε τη σελίδα μου στο Google Plus

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ

Συνδέεστε μαζί μας

TWEETS ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

www.mikis-crete.gr