Skip to content

Ιστόλογος

Αρχή Νεότερα του 2014 Μνήμη Ρούσσου Βρανά (Χανιά, 1950 –2012)
Μνήμη Ρούσσου Βρανά (Χανιά, 1950 –2012)

Πάνε δυό χρόνια από τότε που έφυγε ο μαχητής της δημοσιογραφίας, ο δικό μας Ρούσσος Βρανάς (16/11). Ο Ρούσσακας. Η τελευταία του κατοικία βρίσκεται στην Αγία Φωτεινή στη Χαλέπα, κοντά στον άλλο μεγάλο Χανιώτη δημοσιογράφο το Χρήστο Παπουτσάκη του ΑΝΤΙ (Χανιά, 1934 – 2009).

Ο Ρούσσος Βρανάς γεννήθηκε στα Χανιά το 1950. Έλαβε μέρος στην αντιδικτατορικό αγώνα και καταδικάστηκε σε κάθειρξη 18,5 ετών ("όσα είναι και τα χρόνια σου"), το 1969, στη Θεσσαλονίκη. Απελευθερώθηκε για λόγους υγείας το 1972 και διέφυγε στο εξωτερικό. Εργάστηκε στην εφημερίδα "Ποντίκι" και μετά το 1999 στα "Νέα", όπου αρθρογραφούσε καθημερινά στην στήλη "Δρόμοι". Ο λόγος του, βαθύς και διεισδυτικός, η πένα του μαχητική.

Ακούραστος ερευνητής, ανέτρεπε καθημερινώς τα στερεότυπα της παγκοσμιοποιημένης προπαγάνδας και της μνημονιακής βαρβαρότητας στη χώρα μας γέρνοντας στο φως πάντα στοιχεία και γεγονότα, πάνω στα οποία βάσιζε τις αναλύσεις του. «Συχνά ο Βρανάς –γράφει ο φίλος του Στάθης Σταυρόπουλος- μάς φώτιζε το μυαλό. Γενναίος απ’ τα νιάτα του και σοφός από νωρίς, άντρας δωρικός και ιδιαιτέρως τρυφερός, ο Ρούσσος, σύντροφος, φίλος, συνάδελφος και συνταξιδιώτης, υπήρξε ό,τι το τιμιώτερον, κομμουνιστής και ελληνικός. Βαθύτατα διεθνιστής, έβλεπε τον κόσμο φιλοσοφημένος. Και αυτήν του την κατανόηση των ανθρώπινων την κοινωνούσε προς όλους τους αναγνώστες. Αλλά και προς τους φίλους και τους συντρόφους. Ευρύχωρος κι ευγενής, ευπροσήγορος και γλεντζές, ερωτικός. Έζησε σε μία τίμια πενία, πάμπλουτος».

ΣκίτσοΣτάθης στον eniko20/11/2012

altalt

-----------------------------------------------------------

«Δρόμοι», άρθρο του Ρούσσου Βρανά

Αγάπα...
... το κελί σου, τρώγε όλο το φαΐ σου, διάβαζε πολύ, για να βγάλεις φυλακή, έλεγαν οι πολιτικοί κρατούμενοι στα πέτρινα χρόνια. Ο κόσμος έβγαινε τότε από πολέμους και στερήσεις αλλά, είτε μέσα είτε έξω από τα τείχη, όλοι ονειρεύονταν ένα καλύτερο αύριο.

Στο πατρικό...
... τραπέζι, οι άνθρωποι σταυρώνανε το ψωμί ευλαβικά, όποτε τύχαινε να τους πέσει από τα χέρια. Ήταν συνήθως ένα τραπέζι στρωμένο φτωχικά. Κι όταν μαζευόταν η οικογένεια ολόγυρά του, συχνά υπήρχε σε μιαν άκρη του ένα πιάτο που, όταν όλοι οι άλλοι απόσωναν πια το φαΐ τους, εκείνο απόμενε αδειανό. Γιατί από τους δύσκολους καιρούς υπήρχε πάντα κάποιος που δεν τα είχε καταφέρει να επιστρέψει. Τα χρόνια περνούσαν. Στο πατρικό τραπέζι σιγά σιγά έμπαιναν κι άλλα καλούδια παρεκτός από ένα κομμάτι πικρό ψωμί. Το αδειανό πιάτο περίμενε ακόμη στη γωνιά του. Μα γρήγορα γέμιζε όποτε τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα του σπιτιού κάποιος από εκείνους που το οικονομικό θαύμα της μεταπολεμικής εποχής είχε αφήσει απέξω. Έτσι, για να συγχωρέσει, εις μνήμην εκείνου που δεν είχε επιστρέψει. Υπήρχε περίσσευμα. Δούλευε ένας και τάιζε τέσσερα στόματα. Έχτιζε με τον κόπο του το δικό του σπίτι. Κι αν δεν το προλάβαινε όσο δούλευε, το απόσωνε με το εφάπαξ. Αυτή ήταν η γενιά των πατεράδων μας.

Η δική μας...
... η γενιά έζησε με την ανάμνηση των πατρικών στερήσεων. Από τους πατεράδες μας πήραμε το συνήθειο να αδειάζουμε πάντα το πιάτο μας. Γράφει ο Κλάουντιο Μάγκρις στην «Κοριέρε ντέλα Σέρα»: «Κάποτε, ένας από τους γιους μου, ξέροντας το συνήθειό μου και βλέποντας ότι δεν μου άρεσε το φαΐ, κάθε τόσο μου ξαναγέμιζε κρυφά το πιάτο, βέβαιος πως μέσα στην αφηρημάδα μου εγώ θα εξακολουθούσα να το αδειάζω». Τα παιδιά των πατεράδων μας έζησαν καλύτερα από εκείνους, επειδή βρήκαν το τραπέζι στρωμένο. Όχι πως δεν ίδρωσαν κι αυτά. Πώς αλλιώς θα ανέβαιναν στη μεσαία τάξη; Δούλεψαν, πρόσφεραν νέες ιδέες, πλούτισαν τους τραπεζίτες και τους βιομηχάνους. Μα ήρθε μια στιγμή που οι τραπεζίτες και οι βιομήχανοι δεν έβλεπαν πια με καλό μάτι την προκοπή τους, επειδή ήθελαν να πλουτίσουν κι άλλο.

Ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό; Τα παιδιά των παιδιών των πατεράδων μας. Τους έκοψαν τον μισθό, τους έβαλαν ενέχυρο το σπίτι, τους έκλεψαν την ασφάλιση, τους έβαλαν να τρέχουν και να μη φτάνουν, ανοίγοντας μιαν άβυσσο κάτω από τα πόδια τους. Τα παιδιά μας είναι η πρώτη γενιά στην ιστορία που αναγκάζεται να ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη. Δυσκολεύονται να βρουν ένα πιάτο φαΐ κι επιστρέφουν στο πατρικό σπίτι. Τρεις γενιές. Από την κόλαση στον παράδεισο και από τον παράδεισο στην κόλαση.

Οι τοίχοι...
... του κελιού μας έχουν σήμερα τόσο ψηλώσει, που έχουν κρύψει τον παράδεισο. Όμως, ύστερα από τόσους αγώνες για ένα κομμάτι πικρό ψωμί, τίποτα δεν μας υποχρεώνει να επιστρέψουμε στην κόλαση.

Δημοσιεύθηκε στα Νέα, την 1η Φεβρουαρίου 2010

 

Γιώργος ΑΓΟΡΑΣΤΑΚΗΣ

 

SOCIAL MEDIA

Επισκευθείτε τη σελίδα μου στο FacebookΑκολουθείστε τη σελίδα μου στο TwitterΕπισκευθείτε τη σελίδα μου στο Google Plus

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ

Συνδέεστε μαζί μας

TWEETS ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

www.mikis-crete.gr